Выбрать главу

Ο σάκος κλονίστηκε και τα μάτια της Γκαλίνα άνοιξαν μόλις σταθεροποιήθηκε ξανά. Οι Κόρες είχαν λύσει το σχοινί που ήταν περασμένο στο κλωνάρι και δύο από αυτές την κατέβαζαν αργά. Η Γκαλίνα έκανε σπασμωδικές και μανιασμένες κινήσεις, πασχίζοντας να κοιτάξει κάτω. Νέοι λυγμοί την κατέκλυσαν, ανακούφισης αυτήν τη φορά, όταν παρατήρησε πως το μαγκάλι είχε μετακινηθεί. Τα λόγια της Μπελίντε περί ψησίματος... Ναι, αυτή θα ήταν η μοίρα της Μπελίντε, αποφάσισε η Γκαλίνα. Θα την έδενε σε μια σούβλα και θα τη γύριζε πάνω από μια φωτιά μέχρι να αρχίσουν να στάζουν οι χυμοί της! Αυτό για αρχή!

Με έναν γδούπο, που έκανε την Γκαλίνα να μουγκρίσει, ο δερμάτινος σάκος χτύπησε στο έδαφος κι αναποδογύρισε. Δίχως να δίνουν την παραμικρή σημασία, λες κι είχαν να κάνουν με σακί με πατάτες, οι Κόρες την πέταξαν πάνω στα καφετιά ζιζάνια, έκοψαν τα σχοινιά που συγκρατούσαν τους αντίχειρες και τα πόδια της κι έβγαλαν το φίμωτρο που είχαν χώσει ανάμεσα στα δόντια της. Σκόνη και νεκρά φύλλα ήταν κολλημένα πάνω στον ιδρώτα που είχε κάνει στρώσεις στο κορμί της.

Ήθελε όσο τίποτα άλλο να σηκωθεί, να τις κοιτάξει κατάματα, ανταποδίδοντας τα άγρια βλέμματά τους. Αντί γι’ αυτό όμως, το μόνο που κατάφερε ήταν να στηριχθεί στα χέρια και στα γόνατά της και να χώσει τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών της στα σάπια φύλλα που κάλυπταν το έδαφος του δάσους. Λίγο ακόμα και δεν θα ήταν σε θέση πια να σταματήσει τα χέρια της από το να προσπαθήσουν να ανακουφίσουν το κόκκινο φλογισμένο δέρμα της. Αισθανόταν τον ιδρώτα της σαν χυμό παγωμένου πιπεριού. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κάθεται εκεί και να τρέμει, προσπαθώντας να υγράνει το στόμα της, κάνοντας όνειρα για την εκδίκηση που θα έπαιρνε από αυτές εδώ τους άγριες.

«Πίστευα πως ήσουν δυνατότερη», της είπε η Σεβάνα από πάνω της, κι ο τόνος της φωνής της ήταν στοχαστικός, «αλλά ίσως η Μπελίντε να έχει δίκιο. Τώρα έχεις μαλακώσει αρκετά. Αν ορκιστείς να με υπακούς, θα πάψεις να είσαι ντα’τσάνγκ. Ίσως δε να μη χρειαστεί καν να γίνεις γκαϊ’σάιν. Ορκίζεσαι να με υπακούς στα πάντα;»

«Ναι!» Η βραχνή λέξη ξεπήδησε από το στόμα της Γκαλίνα χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, αν και χρειάστηκε να ξεροκαταπιεί πριν συνεχίσει να μιλάει. «Θα σε υπακούω! Το ορκίζομαι!» Κι όντως θα την υπάκουε. Μέχρι που να της παρουσιαζόταν η κατάλληλη ευκαιρία. Αυτό ήταν όλο κι όλο; Ένας όρκος που θα μπορούσε να είχε πάρει από την πρώτη κιόλας μέρα; Η Σεβάνα θα μάθαινε πώς είναι να κρέμεσαι πάνω από καυτά κάρβουνα. Ω, ναι, θα...

«Σε αυτήν την περίπτωση, δεν θα έχεις αντίρρηση να ορκιστείς σε αυτό», είπε η Σεβάνα πετώντας κάτι μπροστά στα πόδια της.

Η Γκαλίνα αισθάνθηκε τις τρίχες του σβέρκου της να ανασηκώνονται καθώς το κοιτούσε. Μια λευκή ράβδος σαν στιλβωμένο φίλντισι, ένα πόδι μακρύ κι όχι παχύτερη από τον καρπό της. Κι ύστερα πρόσεξε τα ρέοντα σημάδια που ήταν σκαλισμένα στην άκρη που ήταν στραμμένη προς το μέρος της, σύμβολα που χρησιμοποιούσαν την Εποχή των Θρύλων. Εκατόν έντεκα. Σκέφτηκε πως επρόκειτο για τη Ράβδο των Όρκων, που με κάποιον τρόπο είχε κλαπεί από τον Λευκό Πύργο. Κι αυτή ήταν σημαδεμένη αλλά με το σύμβολο τρία, που μερικοί πίστευαν πως είχε να κάνει με τους Τρεις Όρκους. Ίσως, όμως, τα φαινόμενα να απατούσαν. Ίσως. Ωστόσο, ούτε μια κουλουριασμένη έχιδνα από τις Πνιγμένες Χώρες δεν θα την έκανε να παγώσει τόσο.

«Ωραίος όρκος, Σεβάνα. Πότε σκόπευες να πληροφορήσεις και τις υπόλοιπες από μας;»

Η φωνή έκανε το κεφάλι της Γκαλίνα να τιναχτεί. Ακόμα και μια έχιδνα να είχε μπροστά της, το ίδιο θα έκανε.

Η Θεράβα εμφανίστηκε ανάμεσα στα δέντρα, ηγούμενη μιας ντουζίνας Σοφών με ψυχρά πρόσωπα. Μόλις σταμάτησαν πίσω της, αντικρίζοντας τη Σεβάνα, η κάθε γυναίκα που ήταν παρούσα, εκτός από τις Κόρες, είχε παραβρεθεί στην καταδίκη της Γκαλίνα να φοράει τη μαύρη ρόμπα. Μια λέξη από τη Θεράβα, ένα κοφτό νεύμα από τη Σεβάνα κι οι Κόρες αναχώρησαν γοργά. Ο ιδρώτας εξακολουθούσε να κυλά στο κορμί της Γκαλίνα, μα ξαφνικά ο αέρας φάνηκε να παγώνει.

Η Σεβάνα έριξε μια ματιά στην Μπελίντε, η οποία όμως απέφυγε το βλέμμα της. Τα χείλη της Σεβάνα σούφρωσαν σε μια γκριμάτσα που ήταν μισή χλευασμός και μισή γρύλισμα, και τοποθέτησε τις γροθιές στους γοφούς της. Η Γκαλίνα δεν καταλάβαινε πού έβρισκε η άλλη το θάρρος, εφ’ όσον δεν μπορούσε καν να διαβιβάσει. Κάποιες από αυτές τις γυναίκες κατείχαν αξιόλογη δύναμη. Όχι, δεν έπρεπε να τις θεωρεί απλώς αδέσποτες αν ήθελε να δραπετεύσει και να πάρει την εκδίκηση της. Η Θεράβα κι η Σόμεριν ήταν πιο ισχυρές από οποιαδήποτε γυναίκα του Πύργου κι η κάθε μια τους θα μπορούσε άνετα να γίνει Άες Σεντάι.