Выбрать главу

Η Σεβάνα, ωστόσο, τις κοιτούσε προκλητικά. «Φαίνεται πως αποδώσατε γρήγορα δικαιοσύνη», είπε με φωνή ξερή σαν σκόνη.

«Το ζήτημα ήταν απλό», αποκρίθηκε ήρεμα η Τίον. «Οι Μέρα’ντιν έλαβαν αυτό που άξιζαν».

«Και τους είπαν ότι το έλαβαν παρά τις προσπάθειές σου να μας επηρεάσεις», πρόσθεσε η Ριάλ ζωηρά. Η Σεβάνα κόντεψε να γρυλίσει ακούγοντας αυτά τα λόγια.

Κανείς, όμως, δεν μπορούσε να αποσπάσει τη Θεράβα από τον σκοπό της. Με μια δρασκελιά πήγε κοντά στην Γκαλίνα, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έστησε στα πόδια της, τραβώντας το κεφάλι της προς τα πίσω. Η Θεράβα κάθε άλλο παρά ψηλή ήταν, κι οι πιο πολλές γυναίκες την περνούσαν τουλάχιστον ένα κεφάλι. Ωστόσο, ήταν σαφώς ψηλότερη από τους περισσότερους άντρες, τους οποίους κοιτούσε αφ’ υψηλού με τα γερακίσια της μάτια, κάνοντας κάθε σκέψη για εκδίκηση ή ανυπακοή να φαντάζει αδύνατη. Οι λευκές λωρίδες που στόλιζαν τα σκουροκόκκινα μαλλιά της έκαναν το πρόσωπό της να φαντάζει ακόμα πιο επιβλητικό. Τα χέρια της Γκαλίνα σφίχτηκαν σε γροθιές πάνω στους γοφούς της και τα νύχια της βυθίστηκαν στις παλάμες της. Ακόμα και το κάψιμο πάνω στο δέρμα της ωχριούσε συγκριτικά με αυτό το βλέμμα. Ονειρευόταν να τσακίσει την κάθε μία ξεχωριστά από τούτες εδώ τις γυναίκες, να τις κάνει να παρακαλούν να τις θανατώσει και να γελάει καθώς θα τους αρνούνταν αυτή τους την ικεσία. Για όλες, εκτός από τη Θεράβα. Τις νύχτες, η Θεράβα ερχόταν στα όνειρά της, και το μόνο που μπορούσε να κάνει η Γκαλίνα ήταν να προσπαθεί να δραπετεύσει, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να ξυπνάει ουρλιάζοντας. Η Γκαλίνα είχε τσακίσει στο παρελθόν πανίσχυρους άντρες και γυναίκες, αλλά κοίταξε τη Θεράβα με γουρλωμένα μάτια και κλαψούρισε.

«Τούτη εδώ δεν έχει τιμή για να νιώσει ντροπή». Η Θεράβα έφτυνε σχεδόν την κάθε της λέξη. «Αν θες να την τσακίσεις, Σεβάνα, άσε να την αναλάβω εγώ. Όταν τελειώσω, θα σε υπακούει χωρίς να είναι απαραίτητο το παιχνιδάκι του φίλου σου του Κάνταρ».

Η Σεβάνα μιλούσε ζωηρά, αρνούμενη κάθε είδους φιλία με αυτόν τον Κάνταρ, όποιος κι αν ήταν, κι η Ριάλ γάβγισε ότι η Σεβάνα τον είχε φέρει μαζί της, ενώ οι άλλες άρχισαν να λογομαχούν για το αν ο «δεσμευτής» θα λειτουργούσε καλύτερα από το «ταξιδιωτικό κουτί».

Ένα μικρό κομμάτι του μυαλού της Γκαλίνα αρπάχτηκε από αυτήν την αναφορά περί ταξιδιωτικού κουτιού. Είχε ακούει και στο παρελθόν να μιλάνε γι’ αυτό και λαχταρούσε να το αγγίξει, έστω και για μια στιγμή. Με τη βοήθεια ενός τερ’ανγκριάλ που θα της έδινε τη δυνατότητα να Ταξιδέψει, έστω κι ατελώς, θα μπορούσε να... Ακόμα κι η ελπίδα της δραπέτευσης δεν απέτρεπε τις σκέψεις τού τι θα της έκανε η Θεράβα αν οι υπόλοιπες αποφάσιζαν να ενδώσουν στα αιτήματά της. Όταν η Σοφή με το γερακίσιο βλέμμα έλυσε τα μαλλιά της για να λάβει μέρος στη λογομαχία, η Γκαλίνα έπεσε μπρούμυτα πάνω στη ράβδο. Οτιδήποτε, ακόμα κι η υπακοή στη Σεβάνα, ήταν προτιμότερο από το να την παραδώσουν στη Θεράβα. Αν δεν την είχαν θωρακίσει, θα διαβίβαζε έτσι ώστε να χειριζόταν η ίδια τη ράβδο.

Τα δάχτυλά της δεν είχαν προλάβει καλά-καλά να κλείσουν πάνω στη μαλακή ράβδο, όταν το πόδι της Θεράβα έπεσε βαρύ επάνω της, παγιδεύοντας με οδυνηρό τρόπο τα χέρια της στο έδαφος. Καμία από τις Σοφές δεν της είχε ρίξει ούτε ματιά έτσι όπως σφάδαζε πεσμένη κάτω, προσπαθώντας εις μάτην να ελευθερωθεί. Αδυνατούσε να αναγκάσει τον εαυτό της να προσπαθήσει περισσότερο. Αόριστα, θυμήθηκε περιπτώσεις που είχε αναγκάσει ακόμα κι ηγεμόνες να χλωμιάσουν από φόβο, αλλά τώρα δεν τολμούσε καν να ενοχλήσει το πόδι αυτής της γυναίκας.

«Αν πρόκειται να ορκιστεί», είπε η Θεράβα, κοιτώντας τη Σεβάνα με σκληρό βλέμμα, «θα πρέπει να μας υπακούει όλες εδώ». Οι υπόλοιπες ένευσαν καταφατικά, μερικές μάλιστα συμφώνησαν και λεκτικά, εκτός από την Μπελίντε, η οποία σούφρωσε τα χείλη της σκεφτική.

Η Σεβάνα αντιγύρισε το σκληρό βλέμμα. «Πολύ καλά», είπε τελικά, συναινώντας. «Πρώτα, όμως, θα υπακούει εμένα. Δεν είμαι μονάχα Σοφή. Μιλώ κι ως αρχηγός φατρίας».

Η Θεράβα χαμογέλασε αχνά. «Ώστε έτσι. Πρώτα θα υπακούει στις δυο μας, Σεβάνα. Σε μένα και σένα». Η αψήφιση δεν χάθηκε ούτε στο ελάχιστο από το πρόσωπο της Σεβάνα, η οποία ένευσε καταφατικά και γεμάτη μνησικακία. Μόνο τότε η Θεράβα μετακίνησε το πόδι της. Το φως του σαϊντάρ την περιτριγύριζε και μια ροή από Πνεύμα άγγιξε τα σύμβολα στην άκρη της ράβδου που κρατούσε η Γκαλίνα. Ακριβώς όπως γινόταν και με τη Ράβδο των Όρκων.