Выбрать главу

«Αποφασίσαμε», συνέχισε η Θεράβα, «ότι, όπως ένας αρχηγός φατρίας πρέπει να έχει μια Σοφή για να τον συμβουλεύει, έτσι κι εσύ πρέπει να δέχεσαι τη συμβουλή μιας Σοφής. Εγώ θα σε συμβουλεύω».

Τακτοποιώντας την εσάρπα στους ώμους της, η Σεβάνα κοίταξε εξεταστικά τις γυναίκες που είχε απέναντι της, έχοντας μια ανεξιχνίαστη έκφραση στο πρόσωπό της. Πώς το έκανε αυτό; Ήταν ικανές να τη συντρίψουν σαν τσόφλι αυγού. «Και ποια είναι αυτή η συμβουλή που έχεις να μου προτείνεις, Θεράβα;» είπε τελικά με φωνή παγερή.

«Η σθεναρή συμβουλή μου είναι πως πρέπει να μετακινηθούμε χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση», αποκρίθηκε η Θεράβα με φωνή εξίσου ψυχρή με της Σεβάνα. «Οι Σωντσάν πλησιάζουν κι είναι πάρα πολλοί. Θα πρέπει να μετακινηθούμε βόρεια, στα Όρη της Ομίχλης, και να στήσουμε οχυρό. Από εκεί, θα στείλουμε αποστολές για να βρουν τις υπόλοιπες σέπτες. Ίσως πάει καιρό μέχρι να ενώσουμε τους Σάιντο, Σεβάνα. Ο υδρόβιος φίλος σου μπορεί να μας έχει διασκορπίσει στις εννιά γωνιές του κόσμου. Μέχρι να γίνει αυτό, είμαστε τρωτές».

«Θα μετακινηθούμε αύριο». Αν η Γκαλίνα δεν ήταν σίγουρη πως ήξερε τη Σεβάνα από τα μέσα κι από τα έξω, θα ορκιζόταν πως η γυναίκα ακουγόταν νευρική, ίσως κι οργισμένη. Εκείνα τα πράσινα μάτια άστραψαν. «Ανατολικά, όμως. Κι από κει μπορούμε να απομακρυνθούμε από τους Σωντσάν, κι επιπλέον οι περιοχές της ανατολής βρίσκονται σε αναταραχή και προσφέρονται για πλιάτσικο».

Επικράτησε σιωπή για κάμποση ώρα κι έπειτα η Θεράβα συγκατένευσε. «Ανατολικά». Η λέξη βγήκε αθόρυβα από το στόμα της, αλλά είχε την απαλότητα του μεταξιού που τρίβεται πάνω στο ατσάλι. «Να θυμάσαι, όμως, πως κάμποσοι αρχηγοί φυλής έχουν μετανιώσει επειδή απέρριψαν τη συμβουλή μιας Σοφής. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με σένα». Η απειλή στο πρόσωπό της ήταν εμφανής, όπως και στη φωνή της, ωστόσο η Σεβάνα γέλασε!

«Εσύ να το θυμάσαι, Θεράβα! Όλες σας να το θυμάστε! Αν με κατασπαράξουν τα όρνια, την ίδια τύχη θα έχετε κι εσείς! Το έχω φροντίσει».

Οι γυναίκες αντάλλαξαν ανήσυχα βλέμματα, όλες εκτός από τη Θεράβα, ενώ η Μοντάρα με τη Νόρλια συνοφρυώθηκαν.

Γερμένη πάνω στα γόνατά της, μυξοκλαίγοντας και πασχίζοντας μάταια να απαλύνει την επιδερμίδα της χαϊδεύοντας τη με τις παλάμες της, η Γκαλίνα αναρωτιόταν τι να σήμαιναν αυτές οι απειλές. Ήταν μια ελάχιστα σημαντική σκέψη που ξεπήδησε μέσα από την πικρία και την αυτολύπηση. Οτιδήποτε μπορούσε να χρησιμοποιήσει ενάντια σε αυτές τις γυναίκες ήταν καλοδεχούμενο. Αν τολμούσε, δηλαδή. Πολύ πικρή σκέψη.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι είχε σκοτεινιάσει. Κυματιστά σύννεφα έρχονταν ορμητικά από τον Βορρά, σύννεφα με γκρίζες και μαύρες ρίγες που έκρυβαν τον ήλιο. Και κάτω από αυτά, νιφάδες στροβιλίζονταν στον αέρα. Καμιά τους δεν έφτανε μέχρι το έδαφος —το κατώτερο σημείο που έφτασαν μερικές ήταν οι δεντροκορυφές— αλλά η Γκαλίνα απέμεινε να κοιτάει άναυδη. Χιόνι! Μήπως ο Μέγας Άρχων, για κάποιον λόγο, είχε χαλαρώσει τη λαβή με την οποία κρατούσε τον κόσμο;

Οι Σοφές κοιτούσαν κι αυτές τον ουρανό, με τα στόματα διάπλατα ανοικτά λες και δεν είχαν δει ποτέ σύννεφα, πόσω μάλλον χιόνι.

«Τι είναι αυτό, Γκαλίνα Κάσμπαν;» ρώτησε απαιτητικά η Θεράβα. «Αν γνωρίζεις κάτι, μίλα!» Η ματιά της παρέμεινε καρφωμένη στον ουρανό, μέχρι που η Γκαλίνα τής είπε ότι ήταν χιόνι, προκαλώντας ειρωνικό γέλιο. «Ανέκαθεν πίστευα πως οι άντρες που νίκησαν τον Λάμαν τον Δενδροφονιά έλεγαν ψέματα για το χιόνι. Αυτό ούτε ένα ποντίκι δεν μπορεί να εμποδίσει!»

Η Γκαλίνα δεν μπήκε στον κόπο να τους εξηγήσει για τις χιονοθύελλες, σοκαρισμένη που το ένστικτό της την οδηγούσε στην κολακεία, σοκαρισμένη επίσης και με την ευχαρίστηση που ένιωθε μη αποκαλύπτοντάς τους αυτήν την πληροφορία. Είμαι η Ανώτερη του Κόκκινου Άτζα! υπενθύμισε στον εαυτό της. Συμμετέχω στο Ανώτατο Συμβούλιο του Μαύρου Άτζα! Τα λόγια της ηχούσαν σαν ψεύτικα. Δεν ήταν δίκαιο!

«Αν τελειώσαμε από δω», είπε η Σεβάνα, «θα πάρω την γκαϊ’σάιν πίσω, στο μεγάλο οίκημα, και θα φροντίσω να ντυθεί στα λευκά. Εσείς, μπορείτε αν θέλετε να μείνετε να κοιτάτε το χιόνι». Ο τόνος της φωνής της ήταν μαλακός σαν βούτυρο στον κάδο, τόσο που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως, λίγα λεπτά πριν, ήταν έτοιμη να τραβήξει μαχαίρι. Σκέπασε με την εσάρπα το μέτωπό της και τακτοποίησε μερικά από τα περιδέραιά της. Τίποτα στον κόσμο δεν την ενδιέφερε περισσότερο.

«θα αναλάβουμε εμείς την γκαϊ’σάιν», αποκρίθηκε η Θεράβα με εξίσου μαλακό τόνο. «Μια και μιλάς ως αρχηγός, έχεις ολόκληρη μέρα και το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας μπροστά σου, αν πρόκειται να μετακινηθούμε αύριο». Για μια στιγμή, η ματιά της Σεβάνα άστραψε πάλι, αλλά η Θεράβα απλώς κροτάλισε τα δάχτυλά της κι έκανε μια κοφτή κίνηση προς το μέρος της Γκαλίνα πριν γυρίσει να φύγει. «Έλα μαζί μου», της είπε. «Και πάψε να στραβομουτσουνιάζεις».