Το χέρι της Γκρένταλ απλώθηκε προς το μέρος του μοναδικού δαχτυλιδιού πάνω στο τραπέζι που δεν ήταν σφραγιδόλι-θος· ένα απέριττο και χρυσό δαχτυλίδι, πολύ μικρό για να περνάει αλλού εκτός από το μικρό της δαχτυλάκι. Ήταν πολύ ευχάριστη η έκπληξη να ανακαλύψει ένα ανγκριάλ προορισμένο για γυναίκες ανάμεσα στα υπάρχοντα του Σαμαήλ. Το πιο ευχάριστο όμως ήταν ότι, με τον αλ’Θόρ κι όλα αυτά τα σκυλάκια που αυτοαποκαλούνται Άσα’μαν να μπαινοβγαίνουν διαρκώς στα διαμερίσματα του Σαμαήλ, στη Μεγάλη Αίθουσα του Συμβουλίου, είχε βρει χρόνο να ξετρυπώσει κάτι χρήσιμο. Δεν άφησαν τίποτα απ’ όσα παράτησε πίσω η ίδια. Όλοι τους ήταν επικίνδυνα σκυλάκια, ειδικά αυτός ο αλ’Θόρ. Από την άλλη, δεν διακινδύνευε μήπως κάποιος ανακάλυπτε ίχνη στα διαμερίσματα του Σαμαήλ που θα οδηγούσαν στην ίδια. Ναι, θα έπρεπε να επισπεύσει τα σχέδιά της και να κρατήσει όσο μεγαλύτερη απόσταση γινόταν από την όλεθρο του Σαμαήλ.
Ξαφνικά, μια κατακόρυφη ασημιά σχισμή εμφανίστηκε στην άλλη άκρη του δωματίου, λαμπερή με φόντο τα επίτοιχα χαλιά που κρέμονταν ανάμεσα στους βαρείς επιχρυσωμένους καθρέφτες, κι ένας κρυστάλλινος, κουδουνιστός ήχος αντήχησε δυνατά. Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν από την έκπληξη. Φαίνεται πως κάποιος είχε θυμηθεί τις αβρότητες μιας πιο πολιτισμένης Εποχής. Σηκώθηκε, έσπρωξε το απέριττο χρυσό δαχτυλίδι πάνω στο άλλο με το ρουμπίνι που φορούσε στο μικρό της δάχτυλο και μέσω αυτού αγκάλιασε το σαϊντάρ πριν διαβιβάσει την ύφανση που θα ενεργοποιούσε μια ηχητική απόκριση για όποιον επιθυμούσε να ανοίξει μια πύλη. Το ανγκριάλ δεν της πρόσφερε πολλά, ωστόσο όποιος νόμιζε ότι ήξερε τη δύναμή της θα βρισκόταν προ εκπλήξεως.
Η πύλη άνοιξε και δύο γυναίκες που φορούσαν σχεδόν πανομοιότυπα μεταξένια φορέματα σε κόκκινο και μαύρο χρώμα πέρασαν από μέσα της επιφυλακτικά. Ή, τουλάχιστον, η Μογκέντιεν βάδιζε επιφυλακτικά, με τα σκοτεινά της μάτια να πετάγονται τριγύρω ψάχνοντας για τυχόν παγίδες και τα χέρια της να ισιώνουν την πλατιά της φούστα. Η πύλη αναβόσβησε για μια στιγμή, αλλά η γυναίκα εξακολούθησε να κρατάει το σαϊντάρ. Λογική προφύλαξη, παρ’ όλο που η Μογκέντιεν ανέκαθεν ήταν από τις πρώτες που έπαιρναν προφυλάξεις. Η Γκρένταλ δεν άφησε την Πηγή. Η σύντροφος της Μογκέντιεν, μια κοντή νεαρή γυναίκα με μακριά ασημιά μαλλιά και ζωηρά γαλάζια μάτια κοίταξε γύρω της ψυχρά· το βλέμμα της ελάχιστα στάθηκε στην Γκρένταλ. Από το φέρσιμό της θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι ήταν Πρώτη Σύμβουλος που είχε αναγκαστεί να υπομείνει την παρέα των κοινών θνητών, πασχίζοντας να αγνοήσει την ύπαρξή τους. Ένα ανόητο κορίτσι που προσπαθούσε να μιμηθεί την Αράχνη. Το κόκκινο και το μαύρο δεν ταίριαζαν με τα φυσικά της χρώματα, ενώ θα μπορούσε να αναδείξει πολύ καλύτερα ένα τόσο εντυπωσιακό στήθος.
«Από δω η Σιντέιν, Γκρένταλ», είπε η Μογκέντιεν. «Δουλεύουμε... μαζί». Δεν χαμογέλασε όταν κατονόμασε την αγέρωχη νεαρή, κάτι που έκανε η Γκρένταλ. Χαριτωμένο όνομα για κορίτσι κάτι παραπάνω από απλώς χαριτωμένο, αλλά τι είδους τερτίπια της μοίρας είχαν κάνει μια μητέρα τούτων των καιρών να δώσει στη θυγατέρα της ένα όνομα που σήμαινε «Τελευταία Ευκαιρία;» Το πρόσωπο της Σιντέιν παρέμεινε παγερό και μαλακό, αλλά η ματιά της σπίθιζε. Ήταν μια όμορφη κούκλα σκαλισμένη στον πάγο, στο εσωτερικό της οποίας κρύβονταν φωτιές. Φαίνεται πως η κοπέλα ήξερε το νόημα και δεν της άρεσε καθόλου.
«Ποιος καλός άνεμος φέρνει μέχρις εδώ εσένα και τη φίλη σου, Μογκέντιεν;» ρώτησε η Γκρένταλ. Η Αράχνη ήταν το τελευταίο πρόσωπο που περίμενε να ξεπροβάλει από τις σκιές. «Μη φοβάσαι να μιλήσεις μπροστά στους υπηρέτες μου». Ένευσε κι οι δύο υπηρέτες που στέκονταν στην είσοδο έπεσαν στα γόνατα, ακουμπώντας τα πρόσωπά τους στο δάπεδο. Μια απλή διαταγή ήταν ικανή να τους κάνει να φαίνονται σαν νεκροί.
«Τι ενδιαφέρον βρίσκεις σ’ αυτούς όταν έχεις την ικανότητα να αφανίσεις οτιδήποτε που θα μπορούσε να τους προσδώσει ενδιαφέρον;» ρώτησε απαιτητικά η Σιντέιν, δρασκελίζοντας αλαζονικά το δάπεδο. Βάδιζε στητή, πασχίζοντας να φανεί όσο το δυνατόν ψηλότερη. «Γνωρίζεις πως ο Σαμαήλ είναι νεκρός;»
Δεν χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να παραμείνουν ήρεμα τα χαρακτηριστικά της Γκρένταλ. Είχε υποθέσει πως τούτο δω το κορίτσι δεν ήταν παρά μια Φίλη του Σκότους την οποία είχε διαλέξει η Μογκέντιεν για να εκτελεί θελήματα, μια αριστοκράτισσα ίσως που νόμιζε πως μετρούσε ο τίτλος της, αλλά τώρα που την έβλεπε από πιο κοντά... Αυτό το κορίτσι ήταν ισχυρότερο κι από την ίδια στη Μία Δύναμη! Ακόμα και στη δική της Εποχή, κάτι τέτοιο ήταν ασυνήθιστο ανάμεσα στους άντρες κι εξαιρετικά σπάνιο ανάμεσα στις γυναίκες. Μέσα σε μια στιγμή κι από γνήσιο ένστικτο, αποφάσισε να μην αρνηθεί οποιαδήποτε επαφή με τον Σαμαήλ.