«Το υποψιάστηκα», αποκρίθηκε χαρίζοντας ένα ψεύτικο χαμόγελο πάνω από το κεφάλι της νεαρής γυναίκας στη Μογκέντιεν. Πόσα να γνώριζε; Πού είχε ξετρυπώσει η Αράχνη ένα κορίτσι ισχυρότερο από την ίδια και για ποιον λόγο ταξίδευε μαζί της; Η Μογκέντιεν πάντα ζήλευε κάποιον που είχε περισσότερη δύναμη από την ίδια ή που, γενικώς, μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα. «Συνήθιζε να με επισκέπτεται και να γίνεται ενοχλητικός ζητώντας τη βοήθεια μου για τα διάφορα τρελά σχέδιά του. Ποτέ μου δεν τον απέρριψα αμέσως. Ο Σαμαήλ, ξέρεις, γινόταν πολύ επικίνδυνος όταν τον απέρριπτες. Έκανε την εμφάνισή του κάθε λίγο και λιγάκι. Όταν έπαψε να έρχεται, υπέθεσα πως κάτι φρικτό του είχε συμβεί. Ποια είναι αυτή η κοπέλα, Μογκέντιεν; Φαίνεται αξιόλογο εύρημα».
Η νεαρή γυναίκα πλησίασε κι άλλο, κοιτώντας τη με μάτια σαν γαλάζιες φλόγες. «Σου είπε πώς με λένε. Δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτε άλλο». Το κορίτσι γνώριζε πως μιλούσε σε μία Εκλεκτή, ωστόσο ο τόνος της φωνής της παρέμενε παγερός. Ακόμα και δεδομένης της δύναμής της, δεν επρόκειτο για μια απλή Φίλη του Σκότους. Εκτός κι αν ήταν τρελή. «Σου τράβηξε την προσοχή ο καιρός, Γκρένταλ;»
Ξαφνικά, η Γκρένταλ συνειδητοποίησε πως η Μογκέντιεν άφηνε την κοπέλα να κάνει όλη την κουβέντα. Η ίδια έδειχνε απρόθυμη, μη τυχόν και φανεί κάποια αδυναμία. Κι η Γκρένταλ τής το επέτρεπε! «Δεν νομίζω πως ήρθες μέχρις εδώ για να μου αναφέρεις τον θάνατο του Σαμαήλ, Μογκέντιεν», είπε κοφτά. «Ούτε για να κουβεντιάσεις για τον καιρό. Ξέρεις πως σπανίως βγαίνω έξω». Η Φύση είχε γίνει απείθαρχη, στερούνταν τάξης. Σε αυτό το δωμάτιο δεν υπήρχαν καν παράθυρα, όπως και στα περισσότερα που χρησιμοποιούσε. «Τι θέλεις;» Η μαυρομάλλα γυναίκα προχωρούσε λοξά κατά μήκος του τοίχου. Η λάμψη της Μίας Δύναμης εξακολουθούσε να την περιστοιχίζει. Η Γκρένταλ έκανε ένα επιφυλακτικό βήμα, έτσι ώστε κι οι δύο γυναίκες να παραμείνουν στο οπτικό της πεδίο.
«Κάνεις λάθος, Γκρένταλ». Ένα παγερό χαμόγελο καμπύλωσε ελάχιστα τα σαρκώδη χείλη της Σιντέιν. Το απολάμβανε. «Εγώ είμαι η αρχηγός. Η Μογκέντιεν δεν τα έχει καλά με τον Μοριντίν εξαιτίας των δικών της πρόσφατων λαθών».
Τυλίγοντας τα μπράτσα της γύρω από τη μέση της, η Μογκέντιεν κοίταξε σκυθρωπά την κοπέλα με τα ασημιά μαλλιά κι η έκφραση της απηχούσε τη λεκτική της επιβεβαίωση. Ξαφνικά, τα μεγάλα μάτια της Σιντέιν γούρλωσαν ακόμα περισσότερο, η γυναίκα άφησε ένα αγκομαχητό και ρίγησε.
Η αγριωπή έκφραση της Μογκέντιεν άλλαξε σε κακεντρέχεια. «Προς το παρόν μόνο είσαι αρχηγός», είπε χλευαστικά. «Στα μάτια του δεν φαντάζεις και πολύ καλύτερη από μένα». Ύστερα, αναρίγησε δαγκώνοντας τα χείλη της.
Μήπως έπαιζαν μαζί της; αναρωτήθηκε η Γκρένταλ. Οι δύο γυναίκες έτρεφαν γνήσιο κι απροσποίητο μίσος η μία για την άλλη. Όπως και να έχει, θα φρόντιζε να απολαύσουν το παιχνίδι τους. Έτριψε ασυνείδητα τις παλάμες της μεταξύ τους καθώς και το ανγκριάλ στο δάχτυλό της, και κατευθύνθηκε προς ένα κάθισμα δίχως να αποτραβήξει τη ματιά της από τις δύο γυναίκες. Η γλυκύτητα του σαϊντάρ που την κατέκλυζε ήταν ανακουφιστική. Όχι ότι χρειαζόταν καμιά παρηγοριά, αλλά κάτι παράξενο συνέβαινε εδώ. Η ψηλή κι ίσια ράχη, έντονα σκαλισμένη κι επιχρυσωμένη, έκανε το κάθισμα να μοιάζει με θρόνο, αν και δεν διέφερε από κανένα άλλο στο δωμάτιο. Κάτι τέτοιες λεπτομέρειες επηρέαζαν ακόμα και τους πιο κυνικούς ανθρώπους, σε επίπεδα όχι συνειδητά.
Έγειρε πίσω και σταύρωσε τα πόδια της, με το ένα από αυτά να κλωτσάει οκνηρά τον αέρα και, δίνοντας την εντύπωση γυναίκας που νιώθει άνετα, μίλησε με φωνή που ακούστηκε βαριεστημένη. «Αφού, λοιπόν, έχεις το γενικό πρόσταγμα, κοριτσάκι, για πες μου ποιος είναι αυτός ο άντρας που αυτοαποκαλείται Θάνατος; Είναι φτιαγμένος από σάρκα κι οστά; Τι είναι;»
«Ο Μοριντίν είναι Νή’μπλις». Η φωνή της κοπέλας είχε έναν τόνο ήρεμο, ψυχρό κι αλαζονικό. «Ο Μέγας Άρχων αποφάσισε πως ήρθε και για σένα η ώρα να υπηρετήσεις τον Νή’μπλις».
Η Γκρένταλ πετάχτηκε όρθια. «Αυτό είναι παράλογο». Της ήταν αδύνατον να συγκρατήσει την οργή στη φωνή της. «Ένας άντρας τον οποίον δεν έχω καν ακουστά ονομάστηκε άμεσα υφιστάμενος του Μεγάλου Άρχοντα επί της γης;» Δεν την ένοιαζε διόλου κατά πόσον οι άλλες προσπαθούσαν να τη χαλιναγωγήσουν —πάντα έβρισκε τρόπο να στρέψει τα σχέδιά τους εναντίον τους— αλλά η Μογκέντιεν φαίνεται πως την περνούσε για χαζή! Δεν αμφέβαλλε ούτε στο ελάχιστο πως η Μογκέντιεν καθοδηγούσε αυτό το αντιπαθητικό κορίτσι, άσχετα από αυτά που ισχυριζόταν κι άσχετα από τις γεμάτες μίσος ματιές που αντάλλασσαν. «Κι εγώ υπηρετώ τον Μέγα Άρχοντα! Νομίζω πως εσείς οι δύο πρέπει να πηγαίνετε σιγά-σιγά και να βρείτε να παίξετε αλλού. Ο Ντεμάντρεντ μπορεί να μπερδευτεί από αυτό το παιχνίδι. Ή η Σέμιραγκ. Προσέξτε πώς θα διαβιβάσετε φεύγοντας. Έχω τοποθετήσει μερικούς ανεστραμμένους ιστούς και δεν θα θέλατε να ενεργοποιήσετε κάποιον από δαύτους».