Έλεγε ψέματα, μολονότι τα λόγια της ήταν ιδιαιτέρως πειστικά, κι έτσι εξεπλάγη όταν η Μογκέντιεν διαβίβασε ξαφνικά και κάθε φανός στο δωμάτιο έσβησε, βυθίζοντάς τους στο σκοτάδι. Η Γκρένταλ πετάχτηκε αμέσως από το κάθισμα της, ώστε να μη βρίσκεται στο σημείο που την είχαν δει τελευταία φορά, και διαβίβασε κι αυτή πάνω στην κίνησή της, υφαίνοντας έναν ιστό φωτός που κρεμόταν από τη μία πλευρά, μια σφαίρα ανόθευτου λευκού που έριχνε μακάβριες σκιές στο δωμάτιο, αποκαλύπτοντας πεντακάθαρα τη θέση των δύο γυναικών. Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, διαβίβασε ξανά, αναρροφώντας όλη τη δύναμη από το μικρό δαχτυλίδι. Δεν τη χρειαζόταν όλη, ούτε καν την περισσότερη, αλλά ήθελε να έχει στη διάθεση της κάθε πιθανό πλεονέκτημα. Σίγουρα θα της επιτίθονταν! Ένας ιστός Καταναγκασμού σφίχτηκε γύρω από τις δύο γυναίκες πριν προλάβουν καν να κουνηθούν.
Οι ιστοί που είχε υφάνει ήταν ισχυροί εξαιτίας της οργής της, αρκετά ισχυροί για να προκαλέσουν ζημιά, κι οι δύο γυναίκες απέμειναν να την κοιτάζουν με θαυμασμό, με μάτια γουρλωμένα και στόματα ορθάνοιχτα, γεμάτες από το μεθύσι της κολακείας και της λατρείας. Ήταν δικές της πια και μπορούσε να τις προστάξει. Αν τις διέταζε να κόψουν τους λαιμούς τους, θα το έκαναν. Ξαφνικά, η Γκρένταλ συνειδητοποίησε πως η Μογκέντιεν δεν αγκάλιαζε πια την Πηγή. Θα πρέπει να είχε σοκαριστεί από τον ιστό του Καταναγκασμού και να την είχε αφήσει. Οι υπηρέτες δίπλα στην πόρτα δεν είχαν κουνήσει ρούπι, φυσικά.
«Λοιπόν», είπε σχεδόν χωρίς να πάρει ανάσα. «Θα απαντήσετε στις ερωτήσεις μου». Κι είχε κάμποσες, όπως για παράδειγμα, ποιος ήταν αυτός ο τύπος ο Μοριντίν, αν υπήρχε καν, από πού είχε έρθει η Σιντέιν κι η σημαντικότερη ερώτηση απ’ όλες, που την κέντριζε περισσότερο από τις υπόλοιπες. «Τι ελπίζεις να κερδίσεις απ’ όλα αυτά, Μογκέντιεν; Ίσως αποφασίσω να δέσω επάνω σου αυτούς τους ιστούς. Το τίμημα για το παιχνιδάκι σου είναι να υπηρετήσεις εμένα».
«Όχι, σε παρακαλώ», γόγγυσε η Μογκέντιεν συστρέφοντας τα χέρια της. Κι όμως, είχε αρχίσει να κλαίει! «Θα μας σκοτώσεις όλες! Σε παρακαλώ, πρέπει να υπηρετήσεις τον Νή’μπλις! Γι’ αυτόν τον λόγο ήρθαμε εδώ. Για να σε θέσουμε στην υπηρεσία του Μοριντίν!» Το πρόσωπο της μικροσκοπικής γυναίκας με τα ασημιά μαλλιά ήταν μια σκιερή μάσκα τρόμου κάτω από το αμυδρό φως, ενώ το στήθος της ανεβοκατέβαινε καθώς πάσχιζε να ρουφήξει αέρα.
Ανήσυχη ξαφνικά, η Γκρένταλ άνοιξε το στόμα της. Όλο και λιγότερο νόημα έβγαινε απ’ όσα συνέβαιναν. Άνοιξε το στόμα της κι η Αληθινή Πηγή χάθηκε. Η Μία Δύναμη έφυγε από πάνω της κι η μαυρίλα κατάπιε ξανά το δωμάτιο. Ξαφνικά, τα πουλιά μέσα στα κλουβιά άρχισαν να τερετίζουν φρενιασμένα κι οι φτερούγες τους πετάριζαν μανιασμένα πάνω στις ράβδους από μπαμπού.
Πίσω της ακούστηκε μια ανατριχιαστική φωνή, σαν βράχος που αλέθεται και γίνεται σκόνη. «Ο Μέγας Άρχων σκέφτηκε πως μπορεί και να μην τις πίστευες, Γκρένταλ. Η εποχή που έκανες ό,τι ήθελες έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί». Μια μπάλα από... κάτι... φάνηκε να αιωρείται στον αέρα, μια νεκρή, μαύρη σφαίρα, κι ένα ασημένιο αστροπελέκι γέμισε το δωμάτιο. Οι καθρέφτες δεν ήταν πια λείοι και γυαλιστεροί αλλά θαμποί κάτω από αυτό το φως. Τα πουλιά έμειναν ακίνητα, σιωπηλά. Με κάποιον τρόπο, η Γκρένταλ ήξερε πως είχαν παγώσει από τον τρόμο.
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό να κοιτάει τον Μυρντράαλ που στεκόταν εκεί, ωχρός και τυφλός, ντυμένος με ένα ύφασμα ακόμα πιο μαύρο από αυτό της σφαίρας, μεγαλύτερο από οποιοδήποτε είχε δει ποτέ της. Αυτός θα έπρεπε να είναι η αιτία που δεν αισθανόταν την Πηγή, αν κι ήταν αδύνατον κάτι τέτοιο! Εκτός κι αν... Από πού να είχε έρθει, άραγε, αυτή η παράξενη σφαίρα μαύρου φωτός, αν όχι από εκείνον; Δεν είχε νιώσει ποτέ της τον τρόμο που ένιωθαν οι άλλοι κάτω από το βλέμμα του Μυρντράαλ, όχι στον ίδιο βαθμό τουλάχιστον, ωστόσο τα χέρια της ανασηκώθηκαν από μόνα τους και χρειάστηκε να τα τραβήξει κάτω για να μην καλύψουν το πρόσωπό της. Έριξε μια ματιά προς το μέρος της Μογκέντιεν και της Σιντέιν και ζάρωσε. Είχαν πάρει την ίδια στάση με τους υπηρέτες της, γονατιστές και με το κεφάλι να ακουμπάει στο πάτωμα και να είναι στραμμένο προς τον Μυρντράαλ.