Выбрать главу

Χρειάστηκε να υγράνει τα χείλη της. «Είσαι απεσταλμένος του Μεγάλου Άρχοντα;» Η φωνή της ήταν σταθερή αλλά αδύναμη. Ποτέ της δεν είχε ακουστά τον Μέγα Άρχοντα να στέλνει μήνυμα μέσω ενός Μυρντράαλ, ωστόσο... Η Μογκέντιεν ήταν εκ των πραγμάτων δειλή, μολονότι ανήκε στους Εκλεκτούς, αλλά τώρα σερνόταν ταπεινωμένη, ακριβώς όπως και το κορίτσι. Κι ήταν κι αυτό το φως. Μακάρι να μην ήταν τόσο χαμηλό αυτό το φόρεμα που φορούσε. Γελοία επιθυμία, βέβαια. Η όρεξη των Μυρντράαλ για τις γυναίκες ήταν γνωστή, αλλά αυτή ήταν μια... Το βλέμμα της έπεσε για άλλη μια φορά στη Μογκέντιεν.

Με μια κυματοειδή κίνηση ο Μυρντράαλ την προσπέρασε, σαν να μην της έδινε διόλου σημασία. Ο μακρύς μαύρος μανδύας του κρεμόταν δίχως να επηρεάζεται από τις κινήσεις του. Ο Άγκινορ πίστευε πως τα πλάσματα αυτά δεν ανήκαν ακριβώς σε αυτόν τον κόσμο, όπως άλλα. «Ελαφρώς εκτός φάσης όσον αφορά στον χρόνο και στον τόπο», έτσι είχε πει, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.

«Είμαι ο Σαϊντάρ Χαράν». Σταματώντας μπροστά στους υπηρέτες της, ο Μυρντράαλ έσκυψε και τους έπιασε από το σβέρκο, έναν σε κάθε χέρι. «Όταν μιλάω, να θεωρείτε πως ακούτε τη φωνή του Μεγάλου Άρχοντα του Σκότους». Τα χέρια σφίχτηκαν κι ακούστηκε ένας δυνατός ήχος από κόκαλα που σπάνε. Ο νεαρός έκανε μια σπασμωδική κίνηση καθώς πέθαινε, κλωτσώντας με τα πόδια του, ενώ η κοπέλα απλώς κρεμάστηκε άτονα. Ήταν δύο από τους πιο χαριτωμένους υπηρέτες της. Ο Μυρντράαλ άφησε τα κουφάρια κι ορθώθηκε. «Εγώ είμαι το χέρι του σ’ αυτόν τον κόσμο, Γκρένταλ. Όταν στέκεσαι μπροστά μου είναι σαν να στέκεσαι μπροστά του».

Η Γκρένταλ άρχισε να συλλογίζεται προσεκτικά αλλά και γρήγορα. Φοβόταν, ένα συναίσθημα που συνήθως προκαλούσε η ίδια στους άλλους, αλλά ήξερε πώς να ελέγξει τον φόβο της. Μολονότι δεν διοικούσε στρατούς όπως μερικοί από τους υπόλοιπους, δεν την ξένιζε να πάρει ρίσκο ούτε ήταν δειλή. Αυτό που αντιμετώπιζε, όμως, τώρα ήταν κάτι παραπάνω από απλή απειλή. Η Μογκέντιεν με τη Σιντέιν ήταν ακόμα γονατιστές, με τα κεφάλια ακουμπισμένα στο μαρμάρινο πάτωμα, ενώ η Μογκέντιεν έτρεμε φανερά. Η Γκρένταλ πίστευε σ’ αυτόν τον Μυρντράαλ ή ό,τι κι αν ήταν αυτό το πράγμα. Όπως το φοβόταν, ο Μέγας Άρχων όντως επενέβαινε άμεσα στα γεγονότα. Κι αν μάθαινε για τις συνωμοσίες που είχε εξυφάνει με τον Σαμαήλ... Αν αποφάσιζε να δράσει, θα είχε κάθε λόγο. Θα ήταν πολύ ηλίθιο εκ μέρους της να στοιχηματίσει πως ο Μέγας Άρχων δεν γνώριζε τίποτα.

Γονάτισε μαλακά μπροστά στον Μυρντράαλ. «Τι επιθυμείς να κάνω;» Η φωνή της είχε ανακτήσει τη δύναμή της. Ένας αναγκαίος ελιγμός δεν σήμαινε οπωσδήποτε δειλία. Όσοι δεν έσκυβαν το κεφάλι μπροστά στον Μέγα Άρχοντα, στο τέλος λύγιζαν ή βρίσκονταν κομμένοι στα δύο. «Μπορώ να σε αποκαλώ Μέγα Άρχοντα ή προτιμάς κάποιον άλλον τίτλο; Νιώθω λίγο άβολα να αποκαλώ το χέρι του Μεγάλου Άρχοντα όπως αποκαλώ τη Μεγαλειότητά του».

Παραδόξως, ο Μυρντράαλ γέλασε και το γέλιο του έμοιαζε με πάγο που θρυμματίζεται. Οι Μυρντράαλ ποτέ δεν γελούν. «Είσαι γενναιότερη από τους περισσότερους. Και πιο σοφή. Ο Σαϊντάρ Χαράν θα σε φροντίσει, όσο τουλάχιστον δεν ξεχνάς ποιος πραγματικά είμαι κι όσο δεν αφήνεις το θάρρος να νικήσει το φόβο σου».

Όση ώρα τής έκανε γνωστές τις προσταγές του — φαίνεται πως, πρώτα απ’ όλα, ήταν απαραίτητη μια επίσκεψη σε αυτόν τον Μοριντίν κι, επιπλέον, θα χρειαζόταν να λάβει μέτρα απέναντι στη Μογκέντιεν, ίσως κι απέναντι στη Σιντέιν, η οποία μπορεί να έπαιρνε εκδίκηση για τη σύντομη χρήση του Καταναγκασμού που έκανε. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως το κορίτσι δεν συγχωρούσε, όπως κι η ίδια η Αράχνη — αποφάσισε να μην αποκαλύψει τίποτα σχετικά με το γράμμα που είχε στείλει στον Ρόντελ Ιτουράλντε. Τίποτα απ’ όσα της είπε δεν έδειχνε πως οι πράξεις της θα δυσαρεστούσαν τον Μέγα Άρχοντα κι άλλωστε έπρεπε να σκεφτεί και τη θέση της. Ο Μοριντίν, όποιος κι αν ήταν, μπορεί να ήταν σήμερα ένας Νή’μπλις, αλλά πάντα υπήρχε και το αύριο.

Στηριγμένη γερά για να μην πέσει από το λίκνισμα της καρότσας της Άριλιν, η Κάντσουεϊν μετακίνησε μία από τις δερμάτινες κουρτίνες του παραθύρου, τόσο όσο να μπορέσει να ρίξει μια ματιά έξω. Μια ψιλή βροχή έπεφτε στην Καιρχίν, προερχόμενη από έναν γκρίζο ουρανό γεμάτο σύννεφα που λυσσομανούσαν κι άγριους περιδινούμενους ανέμους. Δεν ήταν μονάχα ο ουρανός γεμάτος ανέμους. Τρομερές ριπές ταρακουνούσαν την καρότσα περισσότερο κι από το τράνταγμα που έκανε καθώς προχωρούσε. Μικροσκοπικές σταγόνες, κρύες σαν πάγος, έμοιαζαν να της τσιμπούν τα χέρια. Αν ο αέρας κρύωνε περισσότερο, θα χιόνιζε. Τυλίχτηκε ακόμα πιο πολύ με τον μάλλινο μανδύα της. Ήταν πολύ ευχαριστημένη που τον είχε ξετρυπώσει, χωμένο στον πάτο του σακιδίου της. Πράγματι, η ατμόσφαιρα θα πάγωνε.