Οι απότομες γκρίζες στέγες της πόλης κι οι λιθόστρωτοι δρόμοι της γυάλιζαν σαν να ήταν βρεγμένοι, και παρ’ όλο που η βροχή δεν ήταν δυνατή, ελάχιστοι παρίσταναν τους γενναίους βγαίνοντας έξω με τόσον αέρα. Μια γυναίκα που οδηγούσε ένα κάρο που το έσερνε ένα βόδι, χτυπώντας το με μια μακριά βουκέντρα, προχωρούσε εξίσου υπομονετικά με τα ζώο της, αλλά οι πιο πολλοί πεζοί κρατούσαν σφιχτά τους μανδύες επάνω στα κορμιά τους με τις κουκούλες κατεβασμένες, κι έκαναν γρήγορα στην άκρη καθώς περνούσαν οι βαστάζοι ενός ατομικού φορείου, με το άκαμπτο κον του να ταλαντεύεται. Υπήρχαν κι άλλοι, εκτός από τη γυναίκα με το βόδι, που δεν έβλεπαν καμιά αιτία βιασύνης. Στη μέση του δρόμου ένας ψηλός Αελίτης στεκόταν κοιτώντας τον ουρανό με το στόμα ανοικτό, γεμάτος δυσπιστία και με το ψιλοβρόχι να τον μουσκεύει. Ήταν τόσο απορροφημένος, ώστε ένας τολμηρός πορτοφολάς τού άρπαξε το πουγκί από τη ζώνη και το έβαλε στα πόδια χωρίς το θύμα του να πάρει είδηση το παραμικρό. Μια γυναίκα, της οποίας τα περίτεχνα, σγουρά κι υπερυψωμένα μαλλιά μαρτυρούσαν πως επρόκειτο για αριστοκράτισσα, προχωρούσε αργά, με τον μανδύα της και τη μακριά της κουκούλα να ανεμίζουν άγρια. Ίσως και να ήταν η πρώτη φορά που περπατούσε στους δρόμους, αλλά γελούσε καθώς η βροχή γλιστρούσε πάνω στα μάγουλά της. Από την πόρτα ενός αρωματοπωλείου, η γυναίκα του μαγαζιού κοιτούσε έξω σκυθρωπή. Αναδουλειές σήμερα. Οι περισσότεροι πλανόδιοι είχαν εξαφανιστεί για τον ίδιο λόγο, αλλά μια χούφτα από δαύτους ανήγγειλαν την πραμάτεια τους σε ζεστό τσάι και κρεατόπιτες από τις χειράμαξες που είχαν καλύψει με προχειροφτιαγμένες τέντες. Βέβαια, όποιος αγόραζε τη σήμερον ημέρα κρεατόπιτα από τον δρόμο άξιζε τον κοιλόπονο που θα τον βασάνιζε.
Ένα ζευγάρι πεινασμένα σκυλιά βγήκαν από μια αλέα και, με τα πόδια αλύγιστα και τις τρίχες ανασηκωμένες, άρχισαν να γαβγίζουν και να γρυλίζουν στην άμαξα. Η Κάντσουεϊν άφησε την κουρτίνα να πέσει. Τα σκυλιά φαίνεται πως αναγνώριζαν τις γυναίκες με την ικανότητα της διαβίβασης το ίδιο εύκολα όπως οι γάτες, αν και στα μάτια τους οι γυναίκες έμοιαζαν όντως με γάτες, κάπως αφύσικα μεγάλες βέβαια. Οι δύο γυναίκες που κάθονταν απέναντι της εξακολουθούσαν να κουβεντιάζουν.
«Με συγχωρείς», έλεγε η Ντάιγκιαν, «αλλά η λογική του πράγματος είναι αναπόφευκτη». Έσκυψε το κεφάλι σαν να απολογούνταν, κι η φεγγαρόπετρα που κρεμόταν από μια πανέμορφη ασημένια αλυσίδα περασμένη στα μακριά μαύρα μαλλιά της αιωρήθηκε στο μέτωπό της. Τράβηξε με τα δάχτυλά της τις λευκές κοψιές πάνω στη σκούρα φούστα της κι άρχισε να μιλάει γρήγορα, λες και φοβόταν μήπως τη διακόψουν. «Αν δέχεσαι πως αυτή η παρατεταμένη ζέστη είναι δουλειά του Σκοτεινού, τότε η αλλαγή πρέπει να είναι αποτέλεσμα κάποιου άλλου παράγοντα. Ο ίδιος δεν θα υποχωρούσε ποτέ. Μπορείς, φυσικά, να ισχυριστείς πως αποφάσισε να παγώσει ή να πνίξει τον κόσμο αντί να τον ψήσει, αλλά για ποιον λόγο; Αν η ζέστη συνεχιζόταν και την άνοιξη, οι νεκροί θα ξεπερνούσαν τους ζωντανούς, πράγμα που θα συνέβαινε ακόμα κι αν χιόνιζε κατακαλόκαιρο. Συνεπώς και σύμφωνα με τη λογική, κάποια άλλη δύναμη τα προκαλεί όλα αυτά». Η μετριοφροσύνη της πλαδαρής γυναίκας ήταν προκλητική μερικές φορές αλλά, όπως πάντα, η Κάντσουεϊν βρήκε τη λογική της σκέψης της άψογη. Μακάρι να ήξερε ποια ήταν αυτή η άλλη δύναμη και για ποιον λόγο ενεργούσε έτσι.
«Ηρεμία!» μουρμούρισε η Κουμίρα. «Θα προτιμούσα μια ουγκιά αδιαμφισβήτητης απόδειξης παρά έναν τόνο από το είδος της λογικής του Λευκού Άτζα». Η ίδια ήταν Καφετιά, μολονότι δεν συνήθιζε να υποπίπτει στα σφάλματα του Άτζα της. Ήταν μια εύσωμη γυναίκα με κοντοκομμένα μαλλιά, ξεροκέφαλη και πρακτική, δεινή παρατηρήτρια που δεν άφηνε ποτέ τις σκέψεις της να την απορροφήσουν τόσο πολύ ώστε να χάνει επαφή με το περιβάλλον της. Τα λόγια της Κουμίρα συνοδεύτηκαν από ένα φιλικό χτύπημα του χαριτωμένου χεριού της πάνω στο γόνατο της Ντάιγκιαν κι ένα χαμόγελο που άλλαξε τη γαλάζια ματιά της από τραχιά σε θερμή. Οι Σιναρανοί ήταν σε γενικές γραμμές ευγενικοί άνθρωποι κι η Κουμίρα πρόσεχε πάντα να μην προσβάλει κανέναν. Από απροσεξία, τουλάχιστον. «Συγκεντρώσου στο τι μπορούμε να κάνουμε για τις αδελφές που αιχμαλώτισαν οι Αελίτες. Ξέρω πολύ καλά ότι, αν μη τι άλλο εσύ, θα σκαρφιστείς κάτι».
Η Κάντσουεϊν ρουθούνισε. «Ό,τι κι αν πάθουν, το αξίζουν». Δεν είχε επιτραπεί ούτε στην ίδια ούτε στις συντρόφους της να πλησιάσουν τις σκηνές των Αελιτών, αλλά κάποιοι από τους ανόητους που ορκίστηκαν πίστη κι υποταγή σ’ αυτόν τον νεαρό τον αλ’Θόρ είχαν διακινδυνεύσει να περάσουν στον άτακτα απλωμένο καταυλισμό και γύρισαν πίσω ωχροί κι αμφιταλαντευόμενοι μεταξύ οργής κι αηδίας. Φυσιολογικά, θα ήταν κι αυτή έξαλλη με αυτήν την ύβρη απέναντι στην αξιοπρέπεια των Άες Σεντάι, ασχέτως περιστάσεων. Ωστόσο, αυτήν τη στιγμή δεν ένιωθε έτσι. Προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς της, μπορούσε να βγάλει ολόκληρο το προσωπικό του Λευκού Πύργου γυμνό στους δρόμους. Γιατί να την απασχολούν οι κακουχίες γυναικών που ήταν ικανές να καταστρέψουν τα πάντα;