Η Κουμίρα, μολονότι είχε επίγνωση των συναισθημάτων της, άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά η Κάντσουεϊν συνέχισε ήρεμη κι αδιάλλακτη. «Ίσως να κλαφτούν αρκετά για να εξιλεωθούν επειδή τα έκαναν θάλασσα, αλλά πολύ αμφιβάλλω. Δεν είναι πια στο χέρι μας να κάνουμε κάτι, αλλά αν το θέμα περνούσε από το δικό μου χέρι, πιθανότατα θα τις παρέδιδα στους Αελίτες. Ξέχνα τες, Ντάιγκιαν, και βάλε το κοφτερό σου μυαλό να δουλέψει πάνω στ’ αχνάρια που σου είπα».
Τα χλωμά μάγουλα της Καιρχινής αναψοκοκκίνισαν με τη φιλοφρόνηση. Δόξα στο Φως, δεν συμπεριφερόταν έτσι παρά μόνο με τις άλλες αδελφές. Η Κουμίρα παρέμεινε σιωπηλή, με το πρόσωπό της γαλήνιο και τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατά της. Μπορεί να ημέρευε τώρα, αλλά δεν ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που ημερεύουν για πολύ. Ήταν ακριβώς το ζευγάρι που επιθυμούσε να έχει μαζί της σήμερα η Κάντσουεϊν.
Η άμαξα έγειρε καθώς η ομάδα ξεκίνησε να ανεβαίνει τη μακριά ράμπα που οδηγούσε στο Παλάτι του Ήλιου. «Θυμηθείτε όσα σας είπα», είπε με σταθερή φωνή στις άλλες δύο. «Και προσοχή!»
Μουρμουρίζοντας, αποκρίθηκαν πως θα έκαναν το καλύτερο δυνατό κι η γυναίκα ένευσε καταφατικά. Εν ανάγκη, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και τις δύο για προκάλυμμα, όπως και τις υπόλοιπες επίσης, αλλά δεν σκόπευε να τις χάσει λόγω της απροσεξίας τους.
Οι άμαξες πέρασαν τις πύλες του Παλατιού δίχως καθυστέρηση. Οι φρουροί αναγνώρισαν τη σφραγίδα της Άριλιν στην πόρτα κι ήξεραν ποιος ήταν πιθανόν να επιβαίνει στο εσωτερικό. Την περασμένη βδομάδα, η άμαξα αυτή είχε επισκεφθεί συχνά το Παλάτι. Όταν τα άλογα σταμάτησαν, ένας υπηρέτης με ανήσυχο βλέμμα και με λιτή μαύρη φορεσιά άνοιξε την πόρτα της άμαξας, απλώνοντας προς το μέρος τους ένα πλατύ κι επίπεδο παρασόλι από σκούρο στιλπνό ύφασμα. Η βροχή έσταζε από την άκρη του πάνω στο καραφλό του κεφάλι, αλλά ούτως ή άλλως δεν προοριζόταν για την προστασία του ιδίου.
Αγγίζοντας με μια γρήγορη κίνηση τα στολίδια που κρέμονταν από τον κότσο στην κορυφή του κεφαλιού της, μόνο και μόνο για να σιγουρευτεί πως βρίσκονταν στη θέση τους —ποτέ της δεν είχε χάσει ούτε ένα, αλλά αυτό οφειλόταν στο ότι ήταν ιδιαίτερα προσεκτική— η Κάντσουεϊν μάζεψε τις χειρολαβές του τετράγωνου ψάθινου καλαθιού που βρισκόταν κάτω από το κάθισμά της και ξεπέζεψε. Μισή ντουζίνα υπηρέτες περίμεναν πίσω από τον πρώτο, έχοντας τα παρασόλια σε ετοιμότητα. Η άμαξα θα μπορούσε να έχει υπεράριθμους επιβάτες» γι’ αυτό και μαζεύτηκαν τόσο πολλοί υπηρέτες, οι οποίοι δεν απομακρύνθηκαν παρά μόνο όταν έγινε προφανές πως υπήρχαν μονάχα τρία άτομα.
Ήταν ολοφάνερο πως είχαν διακρίνει την άμαξα να πλησιάζει. Μαυροντυμένοι υπηρέτες κι υπηρέτριες σχημάτισαν σειρές στο βαθυγάλαζο και χρυσαφί πλακόστρωτο του μεγάλου διαδρόμου υποδοχής με την τετραγωνισμένη κι αψιδωτή οροφή πέντε πιθαμές ψηλότερα. Έσπευσαν γοργά να τους περιποιηθούν, βγάζοντας τους μανδύες τους, προσφέροντάς τους μικρές ζεστές πετσέτες από λινό, σε περίπτωση που ήθελε κάποιος να σκουπίσει τα χέρια ή το πρόσωπό του, και δίνοντας στους Θαλασσινούς πορσελάνινα κιούπια γεμάτα με κρασί με καρυκεύματα, τα οποία ανέδιδαν μια μεθυστική μυρωδιά αρωμάτων. Επρόκειτο για χειμερινό ποτό, αν κι η ξαφνική πτώση της θερμοκρασίας το έκανε κατάλληλο για την περίσταση. Και σε τελική ανάλυση, ήταν χειμώνας.
Στη μια πλευρά περίμεναν τρεις Άες Σεντάι, ανάμεσα στους ογκώδεις παραλληλεπίπεδους κίονες από μαύρο μάρμαρο, μπροστά από μια ψηλή ζωφόρο με ξεθωριασμένα χρώματα, η οποία απεικόνιζε διάφορες μάχες αναμφίβολα σημαντικές για την Καιρχίν. Η Κάντσουεϊν, όμως, αγνόησε για την ώρα τις γυναίκες. Ένας από τους νεαρούς υπηρέτες είχε μια μικρή χρυσοκόκκινη φιγούρα κεντημένη στην αριστερή μεριά του πανωφοριού του, στο ύψος του στήθους, μια φιγούρα που ο πολύς κόσμος αποκαλούσε Δράκοντα. Η Κοργκάιντε, η γκριζομάλλα γυναίκα με το σκοτεινό πρόσωπο που διέταζε τους υπηρέτες στο Παλάτι του Ήλιου, δεν είχε επάνω της κανένα στολίδι εκτός από τον μεγάλο κρίκο με τα βαριά κλειδιά που ήταν περασμένος στη ζώνη της. Καμιά άλλη δεν είχε το παραμικρό στολίδι πάνω στα ρούχα της και, παρά τον προφανή ενθουσιασμό του νεαρού, ήταν η Κοργκάιντε, η Κλειδοκράτειρα, που επηρέαζε τη διάθεση των υπηρετών. Πάντως, είχε επιτρέψει στον νεαρό να διατηρήσει την κεντητή του διάνθιση, κι αυτό ήταν καλό να το θυμάται κανείς. Η Κάντσουεϊν της μίλησε σιγανά, ζητώντας της ένα δωμάτιο όπου θα μπορούσε να δουλέψει το κεντητό της στεφάνι ανενόχλητη, κι η γυναίκα δεν αρνήθηκε το αίτημά της. Από την άλλη, αναμφίβολα θα είχε ακούσει και πιο παράξενα πράγματα εδώ που υπηρετούσε.