Καθώς οι υπηρέτες με τους μανδύες και τους δίσκους αποσύρονταν με υποκλίσεις, η Κάντσουεϊν στράφηκε τελικά στις τρεις αδελφές, ανάμεσα στους κίονες. Όλες τους είχαν στρέψει τα βλέμματα τους επάνω της, αγνοώντας την Κουμίρα και την Ντάιγκιαν. Η Κοργκάιντε παρέμεινε, αν και κάπως πιο πίσω, έτσι που οι Άες Σεντάι να είναι σχετικά απομονωμένες. «Δεν περίμενα να σε βρω να σουλατσάρεις με την άνεσή σου», είπε η Κάντσουεϊν. «Νόμιζα πως οι Αελίτες σκληραγωγούν τις μαθητευόμενές τους».
Η Φέλντριν δεν αντέδρασε παρά μόνο με ένα ελαφρό τίναγμα του κεφαλιού της, που έκανε τις χρωματιστές χάντρες πάνω στις λεπτές της πλεξούδες να κροταλίσουν απαλά, αλλά η Μεράνα αναψοκοκκίνισε από αμηχανία και τα χέρια της σφίχτηκαν πάνω στη φούστα της. Τα γεγονότα την είχαν ταρακουνήσει τόσο πολύ, που η Κάντσουεϊν αμφέβαλλε κατά πόσον θα συνερχόταν ποτέ. Η Μπέρα, βέβαια, ήταν γεμάτη αυτοπεποίθηση.
«Στις πιο πολλές από εμάς δόθηκε άδεια λόγω βροχής», αποκρίθηκε ήρεμα η Μπέρα. Ήταν μια ρωμαλέα γυναίκα με ένα συνηθισμένο μάλλινο φόρεμα — όμορφο και καλοραμμένο, αλλά σίγουρα συνηθισμένο. Θα έλεγες πως ένιωθε πιο άνετα σε αγροικία παρά σε παλάτι. Αν ήσουν ανόητος, βέβαια. Η Μπέρα είχε κοφτερό μυαλό κι ισχυρή θέληση κι η Κάντσουεϊν δεν πίστευε πως θα μπορούσε να κάνει το ίδιο λάθος δύο φορές. Όπως οι περισσότερες αδελφές, δεν είχε συναντήσει ποτέ την Κάντσουεϊν Μελάιντριν από κοντά, αλλά δεν άφηνε το δέος να την κυριεύσει. Πήρε μια ελαφριά ανάσα και συνέχισε. «Δεν μπορώ να καταλάβω για ποιον λόγο ξαναγύρισες, Κάντσουεϊν. Είναι ολοφάνερο πως κάτι ζητάς από μας, αλλά αν δεν μας πεις τι θέλεις, δεν μπορούμε να σε βοηθήσουμε. Γνωρίζουμε τι έκανες για τον Άρχοντα Δράκοντα» —κόμπιασε λίγο πριν αναφέρει τον τίτλο. Δεν ήταν σίγουρες ακόμα πώς έπρεπε να προσφωνούν τον νεαρό— «αλλά είναι προφανές πως ήρθες στην Καιρχίν για χάρη του, και μέχρι να μας αναφέρεις τον λόγο καθώς και τους σκοπούς σου, πρέπει να καταλάβεις πως είναι αδύνατον να σου παράσχουμε την παραμικρή υποστήριξη». Η Φέντριν, μια ακόμα Πράσινη, αιφνιδιάστηκε με τον τολμηρό τόνο στη φωνή της Μπέρα, αλλά ένευσε καταφατικά πριν ακόμα η γυναίκα ολοκληρώσει την πρότασή της.
«Πρέπει να καταλάβεις κι αυτό», πρόσθεσε η Μεράνα, ανακτώντας τη γαλήνη της. «Αν αποφασίσουμε ότι πρέπει να στραφούμε εναντίον σου, θα το κάνουμε». Τα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο της Μπέρα δεν άλλαξαν, αλλά το στόμα της Φέλντριν σφίχτηκε ανεπαίσθητα. Ίσως διαφωνούσε, ίσως δεν ήθελε να αποκαλύψει πολλά.
Η Κάντσουεϊν τις κοίταξε με συμπάθεια και με ένα αμυδρό χαμόγελο στα χείλη της. Να τους αναφέρει τον λόγο και τον σκοπό της επίσκεψής της; Αν αποφάσιζαν; Μέχρι στιγμής, το μόνο που είχαν καταφέρει ήταν να βρεθούν δεμένες χειροπόδαρα πάνω στη σέλα του νεαρού αλ’Θόρ, κι αυτό ίσχυε ακόμα και για την Μπέρα. Έδιναν την εντύπωση ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να αποφασίσουν ούτε καν τι θα φορούσαν το πρωί! «Δεν ήρθα να δω εσάς», είπε. «Αν κι υποθέτω ότι η Κουμίρα κι η Ντάιγκιαν δεν θα είχαν αντίρρηση για την επίσκεψη μου, εφ’ όσον έχετε άδεια. Να με συγχωρείτε».
Κάνοντας νόημα στην Κοργκάιντε να προχωρήσει, ακολούθησε τη γυναίκα κατά μήκος του διαδρόμου της εισόδου. Μόνο μια φορά κοίταξε πίσω. Η Μπέρα κι οι υπόλοιπες είχαν ήδη συγκεντρώσει την Κουμίρα και την Ντάιγκιαν και τις απομάκρυναν, με τρόπο που διόλου δεν θύμιζε καλοδεχούμενους μουσαφίρηδες. Έμοιαζε περισσότερο σαν να έδιωχναν ένα κοπάδι χήνες. Η Κάντσουεϊν χαμογέλασε. Οι περισσότερες αδελφές θεωρούσαν την Ντάιγκιαν ελάχιστα καλύτερη από αδέσποτη και τη μεταχειρίζονταν σχεδόν σαν μια απλή υπηρέτρια. Στη συντροφιά αυτή, η Κουμίρα δεν είχε πολύ ανώτερη θέση. Οι πιο υποψιασμένες δεν μπορούσαν να σκεφτούν καν πως βρίσκονταν εκεί για να προσπαθήσουν να πείσουν. Έτσι, η Ντάιγκιαν σέρβιρε τσάι και καθόταν ήσυχη, δίχως να αποκρίνεται, παρά μόνο αν της απηύθυνε κανείς τον λόγο — προσφέροντας τις υπηρεσίες του θαυμάσιου μυαλού της σε οτιδήποτε άκουγε. Η Κουμίρα άφηνε οποιονδήποτε να μιλήσει πριν από αυτήν εκτός από την Ντάιγκιαν, καταγράφοντας κι αρχειοθετώντας κάθε λέξη, κάθε χειρονομία, κάθε μορφασμό. Η Μπέρα κι οι υπόλοιπες θα κρατούσαν, φυσικά, τον όρκο τους απέναντι στο αγόρι —ούτε λόγος για κάτι τέτοιο— αλλά το πόση επιμονή θα έδειχναν ήταν ένα άλλο θέμα. Ακόμα κι η Μεράνα δεν είχε διάθεση να δείξει κάτι παραπάνω από απλή υπακοή. Κακό μεν, αλλά έτσι μπορούσαν να ελιχθούν πιο εύκολα. Ή να τις κατευθύνουν κάποιοι άλλοι.