Выбрать главу

Υπηρέτες με μαύρες λιβρέες, που πηγαινοέρχονταν βιαστικά στις δουλειές τους κατά μήκος των πλατιών διαδρόμων με τις κρεμαστές ταπετσαρίες, έκαναν χώρο στην Κάντσουεϊν και στην Κοργκάιντε, κι οι δύο γυναίκες προχωρούσαν μέσα σε έναν καταιγισμό βαθιών υποκλίσεων πάνω από πανέρια, δίσκους και σωρούς από πετσέτες. Από τον τρόπο που κοιτούσαν την Κοργκάιντε, η Κάντσουεϊν συμπέρανε πως έδειχναν το ίδιο σέβας απέναντι στην Κλειδοκράτειρα όσο κι απέναντι σε μια Άες Σεντάι. Υπήρχαν και μερικοί Αελίτες, άντρες μεγαλόσωμοι σαν λιοντάρια με παγερές ματιές και γυναίκες σαν λεοπαρδάλεις με ματιές ακόμα πιο παγερές. Κάποια από αυτά τα βλέμματα —τόσο ψυχρά, που θα έλεγες πως σε λίγο θα χιόνιζε— την ακολούθησαν, αλλά οι υπόλοιποι Αελίτες ένευσαν με σοβαρότητα κι όλο και που έβλεπες κάποια από τις γυναίκες με τα αγριεμένα μάτια να χαμογελά. Ποτέ της δεν ισχυρίστηκε πως ήταν υπεύθυνη απέναντι στον Καρ’α’κάρν, αλλά οι διάφορες ιστορίες όσο διαδίδονταν, τόσο διαστρεβλώνονταν και, σύμφωνα με την γενική πεποίθηση, η ίδια άξιζε περισσότερο σεβασμό από οποιαδήποτε άλλη αδελφή, όπως επίσης και περισσότερη ελευθερία κινήσεων στο Παλάτι. Αναρωτήθηκε πώς θα ένιωθαν γνωρίζοντας ότι αν εκείνη τη στιγμή είχε μπροστά της αυτό το αγόρι, με το ζόρι θα συγκρατούνταν από το να του καψαλίσει τη γούνα! Τα μισά μόνο απ’ όσα είχε ακούσει να ήταν αλήθεια, δεν είχε περάσει καλά-καλά μια βδομάδα από τότε που κινδύνευσε να σκοτωθεί κι όχι μόνο είχε καταφέρει να της διαφύγει εντελώς, αλλά είχε κάνει και το έργο της ακόμα πιο δύσκολο. Κρίμα που δεν είχε μεγαλώσει στο Φαρ Μάντιγκ. Από την άλλη, κάτι τέτοιο ίσως να σήμαινε τον αφανισμό του εν λόγω μέρους.

Το δωμάτιο στο οποίο την οδήγησε η Κοργκάιντε ήταν άνετο και ζεστό. Φωτιές έκαιγαν σε μαρμάρινα τζάκια σε κάθε πλευρά του δωματίου κι οι φανοί ήταν αναμμένοι, ενώ οι φλόγες τους αντανακλώνταν σε γυάλινους πύργους που έδιωχναν μακριά τη ζοφερή μέρα. Προφανώς, η Κοργκάιντε είχε δώσει διαταγές να το ετοιμάσουν ενώ η ίδια περίμενε στην είσοδο. Σχεδόν μόλις μπήκαν, εμφανίστηκε μια υπηρέτρια κρατώντας ένα δίσκο με ζεστό τσάι κι αρωματισμένο κρασί, μαζί με μερικά μικρά κομμάτια κέικ με επίστρωση μελιού.

«Θα επιθυμούσατε κάτι άλλο, Άες Σεντάι;» ρώτησε η Κοργκάιντε καθώς η Κάντσουεϊν άφησε το πλεχτό πανέρι δίπλα στον δίσκο, πάνω σε ένα τραπέζι η ακμή και τα πόδια του οποίου ήταν έντονα επιχρυσωμένα. Η Κάντσουεϊν ανέκαθεν ένιωθε σαν να βρισκόταν σε μια χρυσή γυάλα για χρυσόψαρα όποτε επισκεπτόταν την Καιρχίν. Παρά το φως και τη ζέστη στο εσωτερικό, η βροχή που έσταζε έξω από τα ψηλά και στενά παράθυρα, όπως επίσης κι ο γκρίζος ουρανός, ενίσχυαν αυτή την αίσθηση.

«Μια χαρά είναι το τοάι», είπε. «Αν δεν σου κάνει κόπο, πες στην Αλάνα Μοσβάνι ότι επιθυμώ να τη δω και, μάλιστα, δίχως καθυστέρηση».

Τα κλειδιά της Κοργκάιντε κουδούνισαν καθώς έκανε μια υπόκλιση, μουρμουρίζοντας γεμάτη σεβασμό ότι θα έβρισκε αυτοπροσώπως την Αλάνα Λες Σεντάι. Η σοβαρή της έκφραση δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο καθώς έφευγε. Το πιθανότερο ήταν πως αναρωτιόταν κατά πόσον η παράκληση της γυναίκας έκρυβε κάποια πονηριά. Η Κάντσουεϊν προτιμούσε να είναι ντόμπρα, όποτε ήταν κατορθωτό κάτι τέτοιο. Είχε ξεγελάσει αρκετούς ανθρώπους —έξυπνους ανθρώπους— οι οποίοι δεν πίστεψαν ότι εννοούσε όσα έλεγε.

Ανοίγοντας το καπάκι από το πλεχτό της πανέρι, έβγαλε έξω το κεντητό στεφάνι με κάτι λιγότερο από το μισό δείγμα τυλιγμένο γύρω του. Το πανέρι είχε θήκες ραμμένες στο εσωτερικό του για τη φύλαξη διαφόρων αντικειμένων που δεν είχαν σχέση με ραπτική. Εκεί μέσα υπήρχε ο φιλντισένιος καθρέφτης χειρός, μια βούρτσα και μια τσατσάρα, μια θήκη για γραφίδες κι ένα καλά κλεισμένο μελανοδοχείο, καθώς και μερικά άλλα πράγματα που έκρινε χρήσιμο να τα έχει πρόχειρα, συμπεριλαμβανομένων κάποιων που θα εξέπλητταν οποιονδήποτε είχε τα κότσια να ψάξει στο καλάθι της. Όχι ότι το άφηνε συχνά από τα μάτια της, βέβαια. Ακούμπησε προσεκτικά το στιλβωμένο ασημένιο κουτί με τις κλωστές πάνω στο τραπέζι, διάλεξε τα ματσάκια που ήθελε και κάθισε έχοντας στραμμένη την πλάτη στην πόρτα. Η κύρια απεικόνιση στο κέντημά της, το χέρι ενός άντρα που άδραχνε το αρχαίο σύμβολο των Άες Σεντάι, είχε ολοκληρωθεί. Βροντές διέτρεχαν τον ασπρόμαυρο δίσκο και δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία περί του αν το χέρι προσπαθούσε να κρατήσει το σύμβολο ενωμένο ή να το συντρίψει. Η ίδια γνώριζε πολύ καλά τι ήθελε να κάνει, αλλά μόνο ο χρόνος θα έδειχνε τι ήταν αληθινό και τι όχι.