Выбрать главу

Περνώντας την κλωστή μέσα από μια βελόνα, άρχισε να δουλεύει πάνω σε μία από τις γειτονικές εικόνες, ένα λαμπερό κόκκινο ρόδο. Τριαντάφυλλα κι ηλίανθοι εναλλάσσονταν με μαργαρίτες, καρδούλες και λευκάνθεμα, χωρισμένα από λωρίδες γυμνών τσουκνίδων και ρεικιών με μακριά αγκάθια. Το τοπίο θα ήταν αλλόκοτο μόλις ολοκληρωνόταν.

Πριν ακόμα προλάβει να ολοκληρώσει μισό πέταλο πάνω σε ένα τριαντάφυλλο, μια αστραπιαία κίνηση ανακλάστηκε πάνω στο καπάκι του κουτιού με τις κλωστές, τραβώντας της την προσοχή. Ήταν προσεκτικά τοποθετημένο, έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει οποιαδήποτε κίνηση από την πόρτα. Δεν σήκωσε το βλέμμα της από το κέντημα. Η Αλάνα στεκόταν ακίνητη κοιτώντας προκλητικά την πλάτη της. Η Κάντσουεϊν εξακολούθησε να δουλεύει τη βελόνα της με αργές κινήσεις, αλλά παρακολουθούσε την αντανάκλαση της κοπέλας με την άκρη του ματιού της. Δύο φορές έκανε η Αλάνα να φύγει, αλλά τελικά ίσιωσε το ανάστημά της σαν να ατσάλωνε τον εαυτό της.

«Πέρασε, Αλάνα». Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της, η Κάντσουεϊν έδειξε σε ένα σημείο μπροστά της. «Στάσου εκεί». Χαμογέλασε στραβά καθώς η Αλάνα αναπήδησε. Το να αποτελείς θρύλο είχε κάμποσα πλεονεκτήματα· οι άνθρωποι σπάνια παρατηρούν το προφανές όταν έχουν να κάνουν με έναν θρύλο.

Η Αλάνα βημάτισε αθόρυβα στο δωμάτιο και το μόνο που ακουγόταν ήταν το σούρσιμο της μεταξένιας της φούστας. Κάθισε εκεί που της είχε υποδείξει η Κάντσουεϊν, ενώ τα χείλη της είχαν συστραφεί σε μια σκυθρωπή έκφραση. «Γιατί επιμένεις να με ενοχλείς;» ρώτησε απαιτητικά. «Δεν έχω να σου πω τίποτα περισσότερο. Αλλά και να είχα, δεν είμαι διόλου σίγουρη πως θα το έκανα! Ανήκει σε...!» Έκοψε απότομα την πρότασή της και δάγκωσε το κάτω χείλος της, αλλά με τον τρόπο που το έκανε ήταν σαν να είχε αποτελειώσει όσα είχε να πει. Αυτό το αγόρι, ο αλ’Θόρ, ανήκε στην ίδια. Ήταν Πρόμαχός της! Πράγματι, απαιτούσε θράσος να φανταστεί κάτι τέτοιο!

«Δεν αποκάλυψα πουθενά το έγκλημά σου», είπε ήρεμα η Κάντσουεϊν, «αλλά μονάχα επειδή δεν έβλεπα κανένα λόγο να περιπλέξω τα πράγματα». Ανασήκωσε τη ματιά της προς το μέρος της άλλης γυναίκας, ενώ η φωνή της εξακολουθούσε να είναι μαλακή. «Αν νομίζεις ότι αυτό σημαίνει πως δεν μπορώ να σε πετσοκόψω σαν λάχανο, σκέψου το ξανά».

Η Αλάνα έμεινε άκαμπτη. Το φως του σαϊντάρ έλαμψε ξαφνικά γύρω της.

«Δεν ξέρω κατά πόσον θέλεις να φανείς ανόητη». Η Κάντσουεϊν χαμογέλασε με ένα χαμόγελο παγερό. Δεν έκανε καμιά κίνηση για να αγκαλιάσει την Πηγή. Ένιωθε ένα από τα στολίδια που είχε περασμένο στα μαλλιά της, δύο χρυσαφιές ημισελήνους πλεγμένες η μία με την άλλη, κρύο πάνω στον κρόταφό της. «Μπορεί να κρύβεσαι καλά προς το παρόν, αλλά η ανοχή έχει και τα όριά της. Για να πω την αλήθεια, κρέμεται από μια κλωστή».

Η Αλάνα αισθάνθηκε αναστατωμένη κι άρχισε αθέλητα να ισιώνει το γαλάζιο μετάξι. Ξαφνικά, το λαμπύρισμα της Δύναμης χάθηκε κι η κοπέλα αποτράβηξε τη ματιά της από την Κάντσουεϊν τόσο γρήγορα που τα μαύρα της μαλλιά κυμάτισαν. «Δεν ξέρω να σου πω τίποτα περισσότερο». Τα μελαγχολικά λόγια βγήκαν από τα χείλη της σχεδόν απνευστί. «Τραυματίστηκε κι έπειτα έγινε καλά, αλλά δεν νομίζω πως τον Θεράπευσε κάποια αδελφή. Οι Αθεράπευτες πληγές υπάρχουν ακόμα. Μεταπηδά συνεχώς, Ταξιδεύει, αλλά βρίσκεται ακόμα στον Νότο. Κάπου στο Ίλιαν, νομίζω, αλλά από τέτοια απόσταση θα μπορούσε να είναι και στο Δάκρυ. Είναι γεμάτος οργή, πόνο και καχυποψία. Αυτά έχω να σου πω όλα κι όλα, Κάντσουεϊν. Δεν υπάρχουν άλλα!»

Προσέχοντας να μην καεί με την ασημένια κανάτα, η Κάντσουεϊν σερβιρίστηκε μια κούπα τσάι, δοκιμάζοντας τη λεπτή πράσινη πορσελάνη για να δει πόσο ζεστή ήταν. Όπως ήταν αναμενόμενο, το τσάι είχε κρυώσει γρήγορα μέσα στην ασημένια κούπα. Με μια σύντομη διαβίβαση, το ξαναζέστανε. Το σκουρόχρωμο τσάι είχε έντονη γεύση μέντας· οι Καιρχινοί χρησιμοποιούσαν τη μέντα χωρίς φειδώ, κατά τη γνώμη της. Απέφυγε να προσφέρει ένα φλιτζάνι και στην Αλάνα. Ταξιδεύει. Πώς ήταν δυνατόν αυτό το αγόρι να ανακάλυψε κάτι που για τον Λευκό Πύργο είχε χαθεί από την εποχή του Τσακίσματος; «Πάντως θα με κρατάς ενήμερη, έτσι, Αλάνα;» Δεν ήταν ερώτηση. «Κοίτα με όταν σου μιλάω, γυναίκα! Αν τον ονειρευτείς, θέλω να μου το αναφέρεις με κάθε λεπτομέρεια!»

Μια υποψία δακρύων λαμπύρισε στα μάτια της κοπέλας. «Στη θέση μου θα έκανες το ίδιο!»

Η Κάντσουεϊν την κοίταξε σκυθρωπά πάνω από την κούπα της. Ίσως και να είχε δίκιο. Δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό που έκανε η Αλάνα και στον τρόπο που ένας άντρας βιάζει μια γυναίκα αλλά, το Φως να τη συγχωρούσε, μπορεί να έκανε τα ίδια, αν πίστευε ότι αυτό θα τη βοηθούσε να φτάσει γρηγορότερα στον τελικό της στόχο. Τώρα, ούτε καν σκεφτόταν να αναγκάσει την Αλάνα να της παραδώσει τον δεσμό. Η ίδια η Αλάνα είχε αποδείξει πόσο άχρηστος ήταν για τον έλεγχο αυτού του άντρα.