«Μη με κάνεις να περιμένω, Αλάνα», της είπε με έναν παγερό τόνο στη φωνή της. Δεν έτρεφε καμιά συμπάθεια για τη γυναίκα. Η Αλάνα δεν ήταν παρά άλλη μία στη μακρά σειρά των αδελφών —από τη Μουαραίν έως την Ελάιντα— που τα είχαν θαλασσώσει, κάνοντας ακόμα χειρότερο αυτό που υποτίθεται ότι έπρεπε να έχουν βελτιώσει. Κι όλα αυτά τη στιγμή που η ίδια είχε βαλθεί να καταδιώκει αρχικά τον Λογκαίν Άμπλαρ και κατόπιν τον Μάζριμ Τάιμ. Κάτι που δεν στάθηκε ικανό να κατευνάσει τη διάθεση της.
«Θα σε κρατώ ενήμερη για όλα», είπε η Αλάνα αναστενάζοντας και στραβομουτσουνιάζοντας σαν κοριτσάκι. Η Κάντσουεϊν μόλις που κρατιόταν για να μην τη χαστουκίσει. Η Αλάνα φορούσε το επώμιο σχεδόν σαράντα χρόνια· έπρεπε να έχει ωριμάσει πια. Βέβαια, δεν ήταν παρά μία Αραφελινή. Στο Φαρ Μάντιγκ ήταν ελάχιστα τα νεαρά κορίτσια που κατσούφιαζαν και στραβομουτσούνιαζαν όσο μια ηλικιωμένη Αραφελινή.
Ξαφνικά, τα μάτια της Αλάνα γούρλωσαν και φάνηκε αναστατωμένη. Η Κάντσουεϊν πρόσεξε άλλο ένα πρόσωπο να αντανακλάται στο καπάκι του κουτιού με τα ραπτικά. Ακουμπώντας την κούπα στο δίσκο και το κέντημα στο τραπεζάκι, σηκώθηκε όρθια και στράφηκε προς το μέρος της πόρτας. Οι κινήσεις της δεν ήταν βιαστικές, μα ούτε χασομερούσε με παιχνίδια, όπως είχε κάνει με την Αλάνα.
«Τελείωσες μαζί της, Άες Σεντάι;» ρώτησε η Σορίλεα μπαίνοντας στο δωμάτιο. Η ασπρομάλλα Σοφή με τη στεγνή επιδερμίδα μιλούσε στην Κάντσουεϊν, αλλά το βλέμμα της ήταν προσηλωμένο στην Αλάνα. Το φίλντισι και το χρυσάφι κροτάλισαν απαλά στους καρπούς της καθώς τοποθετούσε τις γροθιές πάνω στους γοφούς της, ενώ η μαύρη εσάρπα γλίστρησε στους αγκώνες της.
Όταν η Κάντσουεϊν απάντησε πως είχε τελειώσει, η Σορίλεα ένευσε ευγενικά στην Αλάνα, η οποία βγήκε με αγέρωχο βήμα από το δωμάτιο. Νευρικά, ίσως είναι η κατάλληλη λέξη, και με μια δυσθυμία κι οργή να αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπό της. Η Σορίλεα την κοίταξε συνοφρυωμένη. Η Κάντσουεϊν είχε συναντήσει κι άλλες φορά τη γυναίκα και, παρότι σύντομες, αυτές οι συναντήσεις είχαν ενδιαφέρον. Ελάχιστους ανθρώπους θα χαρακτήριζε σθεναρούς, αλλά η Σορίλεα ήταν μία εξ αυτών. Εφάμιλλη ακόμα και της ίδιας, τρόπον τινά. Υποψιαζόταν, επίσης, πως η γυναίκα αυτή ήταν όσο ηλικιωμένη έδειχνε, ίσως κι ακόμα περισσότερο, κάτι που δεν περίμενε.
Η Αλάνα δεν είχε προλάβει καλά-καλά να βγει από την πόρτα όταν εμφανίστηκε η Κιρούνα, με την γκρίζα μεταξένια φούστα της να ανεμίζει από τη βιασύνη και την ίδια να κοιτάει στον διάδρομο, προς τη μεριά που είχε απομακρυνθεί η Αλάνα. Κουβαλούσε μαζί της έναν περίτεχνα διακοσμημένο χρυσό δίσκο, που περιείχε μια ακόμα πιο καλοδουλεμένη χρυσή κανάτα με ψηλό λαιμό καθώς και δύο μικρά παράταιρα πήλινα ποτήρια με λευκή επίστρωση. «Γιατί τρέχει η Αλάνα;» ρώτησε. «Θα ερχόμουν νωρίτερα, Σορίλεα, αλλά...» Την επόμενη στιγμή πρόσεξε την Κάντσουεϊν και τα μάγουλά της πήραν ένα βαθύ πορφυρό χρώμα. Η αμηχανία έμοιαζε παράταιρη με το αγαλματένιο ανάστημα της γυναίκας.
«Άφησε τον δίσκο πάνω στο τραπέζι, κοπέλα μου», είπε η Σορίλεα, «και πήγαινε στην Τσελίν. Θα σε περιμένει να κάνετε μάθημα».
Με μια άκαμπτη κίνηση, η Κιρούνα άφησε κάτω αυτά που κουβαλούσε, αποφεύγοντας να κοιτάξει την Κάντσουεϊν κατάματα. Καθώς έκανε να φύγει, η Σορίλεα την έπιασε από το πηγούνι με τα νευρώδη της δάχτυλα. «Άρχισες να προσπαθείς πραγματικά, κορίτσι μου», είπε με σταθερή φωνή η Σοφή. «Αν συνεχίσεις έτσι, θα τα πας πολύ καλά. Πολύ καλά. Πήγαινε τώρα. Η Τσελίν δεν είναι τόσο υπομονετική όσο εγώ».
Η Σορίλεα έκανε ένα νεύμα προς τη μεριά του διαδρόμου, αλλά η Κιρούνα απέμεινε να την κοιτάει για κάμποση ώρα με μια παράξενη έκφραση χαραγμένη στο πρόσωπό της. Αν χρειαζόταν να βάλει στοίχημα, η Κάντσουεϊν θα στοιχημάτιζε πως η Κιρούνα έδειχνε πολύ ευχαριστημένη αλλά και πολύ παραξενεμένη ταυτόχρονα με τον έπαινο. Η ασπρομάλλα γυναίκα άνοιξε το στόμα της κι η Κιρούνα ταλαντεύτηκε και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο. Αξιοσημείωτη εμφάνιση.
«Πιστεύεις πραγματικά πως μπορεί να μάθει τον τρόπο σου για να υφαίνει σαϊντάρ;» ρώτησε η Κάντσουεϊν, κρύβοντας τη δυσπιστία της. Η Κιρούνα κι οι υπόλοιπες της είχαν μιλήσει γι’ αυτά τα μαθήματα, αλλά πολλές από τις υφάνσεις των Σοφών ήταν τελείως διαφορετικές από εκείνες που διδάσκονταν στον Λευκό Πύργο. Ο πρώτος κιόλας τρόπος ύφανσης που θα μάθαινες αποτυπωνόταν επάνω σου. Το να μάθεις έναν δεύτερο τρόπο ήταν σχεδόν αδύνατον, αλλά ακόμα κι αν τον μάθαινες, η ύφανση δεν απέδιδε τόσο πολύ όσο η πρώτη. Αυτός ήταν κι ένας λόγος που μερικές αδελφές δεν καλοδέχονταν τις αδέσποτες οποιασδήποτε ηλικίας στον Πύργο. Ήδη θα είχαν διδαχτεί αρκετά κι από τη στιγμή που μάθαιναν κάτι, δεν μπορούσαν να το ξεχάσουν.