Η Κάντσουεϊν πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήταν μια ευκαιρία για την οποία δεν θα δίσταζε να ξεπαστρέψει οποιονδήποτε άλλον θα την άδραχνε. Αυτή, όμως, δεν ήταν οποιοσδήποτε άλλος και καλό ήταν να αρπάζει κανείς πού και πού τέτοιες ευκαιρίες. «Το αγόρι τα μπερδεύει», είπε. «Είναι ανάγκη να δείχνει δυνατός κι αναγκάζει τον εαυτό του να γίνει σκληρότερος. Πολύ σκληρός μάλιστα, και δεν πρόκειται να σταματήσει μέχρι να τον σταματήσουν. Έχει ξεχάσει να γελάει, παρά μόνο πικρά. Δεν του έχουν απομείνει καθόλου δάκρυα. Μέχρι να ξαναβρεί το γέλιο του και να δακρύσει ξανά, ο κόσμος θα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Πρέπει να μάθει ότι ακόμα κι ο Αναγεννημένος Δράκοντας αποτελείται από σάρκα κι αίμα. Αν πάει στην Τάρμον Γκάι’ντον όπως είναι τώρα, η νίκη του θα είναι εξίσου σκοτεινή με την ήττα του».
Η Σορίλεα την άκουγε όλο προσοχή και παρέμεινε σιωπηλή ακόμα κι όταν η Κάντσουεϊν αποτελείωσε την πρότασή της. Αυτά τα πράσινα μάτια την κοιτούσαν σχολαστικά. «Ο Αναγεννημένος σου Δράκοντας κι η Τελευταία Μάχη δεν συμπεριλαμβάνονται στις προφητείες μας», είπε τελικά η Σορίλεα. «Προσπαθήσαμε να μάθουμε στον Ραντ αλ’Θόρ την καταγωγή του, αλλά φοβάμαι πως μας βλέπει σαν ένα ακόμα δόρυ. Αν ένα δόρυ σπάσει στο χέρι σου, δεν κάνεις παύση για να το θρηνήσεις προτού αρπάξεις ένα άλλο. Ίσως εσύ κι εγώ να έχουμε σχετικά κοινούς στόχους».
«Ίσως», απάντησε η Κάντσουεϊν κάπως επιφυλακτικά. Οι στόχοι όμως μπορεί να μη μοιάζουν διόλου μεταξύ τους, κι ας είναι κοινοί.
Ξαφνικά, η λάμψη του σαϊντάρ κύκλωσε τη γυναίκα με το στεγνό πρόσωπο. Ήταν αρκετά αδύναμη για να κάνει την Ντάιγκιαν να μοιάζει έστω κι ελάχιστα δυνατή. Από την άλλη, η ισχύς της Σορίλεα δεν είχε να κάνει με τη Δύναμη. «Υπάρχει κάτι που μπορεί να βρεις χρήσιμο», είπε. «Δεν μπορώ να το κάνω να δουλέψει, αλλά μπορώ να υφάνω τις ροές για να σου δείξω». Κι αυτό ακριβώς έκανε, δημιουργώντας εξασθενημένα νημάτια που ταίριαξαν μεταξύ τους κι έλιωσαν, πολύ αδύναμα ώστε να επιτελέσουν το έργο για το οποίο προορίζονταν. «Το λένε Ταξίδεμα», είπε η Σορίλεα.
Αυτή τη φορά, το σαγόνι της Κάντσουεϊν έπεσε. Η Αλάνα, η Κιρούνα κι όλες οι υπόλοιπες αρνούνταν να διδάξουν τις Σοφές πώς να φτιάχνουν σύνδεσμο ή κάποιες άλλες από τις ικανότητες που έμοιαζαν να έχουν, κι η Κάντσουεϊν υπέθεσε πως οι Αελίτες κατάφεραν να αποσπάσουν τα μυστικά από τις αδελφές που κρατούσαν αιχμάλωτες στις σκηνές. Αυτό, όμως, ήταν...
Αδύνατον, θα έλεγε· ωστόσο, δεν πίστευε ότι η Σορίλεα ψευδόταν. Ανυπομονούσε να δοκιμάσει η ίδια την ύφανση. Όχι ότι είχε άμεση χρήση. Ακόμα κι αν γνώριζε με ακρίβεια πού βρισκόταν εκείνο το άθλιο αγόρι, θα έπρεπε να βρει τρόπο να το αναγκάσει να έρθει κοντά της. Η Σορίλεα είχε δίκιο σ’ αυτό. «Πολύ μεγάλο χάρισμα», είπε αργά. «Δεν έχω τίποτα που να συγκρίνεται μαζί του».
Αυτή τη φορά, το φευγαλέο χαμόγελο που χαράχτηκε στα χείλη της γυναίκας ήταν ορατό. Γνώριζε πολύ καλά ότι η Κάντσουεϊν της είχε υποχρέωση. Παίρνοντας στα χέρια της τη βαριά χρυσή κανάτα γέμισε προσεκτικά τα μικρά λευκά ποτήρια. Με νερό. Χωρίς να χύσει σταγόνα.
«Σου προσφέρω την υδάτινη πίστη», είπε σοβαρά παίρνοντας στα χέρια της το ένα ποτήρι. «Μέσω αυτής, γινόμαστε ένα και βάζουμε σκοπό να διδάξουμε στον Ραντ αλ’Θόρ το γέλιο και τα δάκρυα». Ρούφηξε μια γουλιά κι η Κάντσουεϊν τη μιμήθηκε.
«Γινόμαστε ένα». Κι αν οι στόχοι τους αποδεικνύονταν διαφορετικοί; Δεν υποτιμούσε τη Σορίλεα, τόσο ως σύμμαχο όσο κι ως αντίπαλο, αλλά η Κάντσουεϊν ήξερε πολύ καλά ποιος στόχος έπρεπε πάνω απ’ όλα να επιτευχθεί πάση θυσία.
13
Γλιστρώντας Σαν Χιόνι
Ο βορεινός ορίζοντας είχε αποκτήσει μια μαβιά απόχρωση από τη λυσσαλέα βροχή που σφυροκοπούσε το ανατολικό κομμάτι του Ίλιαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Ακόμη πιο ψηλά, ο πρωινός ουρανός ήταν απειλητικός και γεμάτος κοχλάζοντα σύννεφα, ενώ οι ισχυροί άνεμοι αποσπούσαν μανδύες, έκαναν τα λάβαρα στη ραχοκορυφή να κροταλίζουν και να μαστιγώνουν τον αέρα σαν πραγματικά μαστίγια· το λευκό Λάβαρο του Δράκοντα και το κόκκινο Λάβαρο του Φωτός, τα λαμπρά πρότυπα των ευγενών από το Ίλιαν, την Καιρχίν και το Δάκρυ. Οι ευγενείς ήταν χωρισμένοι ανά γένος, τρεις ουλαμοί απομακρυσμένοι μεταξύ τους, πλημμυρισμένοι στις επίχρυσες κι ασημένιες θωρακίσεις, γεμάτοι μετάξια, βελούδα και σιρίτια. Μοναδικό κοινό σημείο τους ήταν τα ανήσυχα βλέμματα που έριχναν τριγύρω. Ακόμα και τα πιο καλοεκπαιδευμένα από τα άλογά τους τίναζαν τα κεφάλια και ποδοπατούσαν με τις οπλές το λασπερό έδαφος. Ο άνεμος ήταν κρύος κι έμοιαζε ακόμα πιο παγερός, επειδή είχε αντικαταστήσει τόσο απότομα τη ζέστη, όπως ακριβώς η αιφνίδια βροχή τους είχε ξαφνιάσει έπειτα από τόσον πολύ καιρό. Άσχετα από το έθνος που ανήκαν, όλοι παρακαλούσαν να διακοπεί αυτή η ξηρασία που θύμιζε καμίνι, αλλά κανείς δεν ήξερε τι να συμπεράνει για τις θυελλώδεις καταιγίδες που ήρθαν ως απάντηση στις προσευχές τους. Κάποιοι έριχναν ματιές στον Ραντ, νομίζοντας ότι αυτός δεν τους πρόσεχε. Μπορεί να αναρωτιόνταν αν ήταν αυτός που είχε απαντήσει στις εκκλήσεις τους. Και μόνο η σκέψη τού προκαλούσε ένα ανάλαφρο —αν και πικρό— γέλιο.