Χτύπησε στοργικά με το γαντοφορεμένο του χέρι τον λαιμό του μαύρου μουνουχιού του, ευχαριστημένος που ο Ταϊ’ντάισαρ δεν έδειχνε νευρικός. Το ογκώδες ζώο έμοιαζε με άγαλμα που περίμενε το τράβηγμα στα γκέμια ή την πίεση ενός γονά του στα πλευρά του για να κινηθεί. Ευτυχώς που το άλογο του Αναγεννημένου Δράκοντα φάνταζε εξίσου ψυχρό με τον ίδιο, λες κι αμφότεροι αιωρούνταν στο Κενό. Ακόμα και με τη Μία Δύναμη να λυσσομανά μες στο κορμί του —φωτιά, πάγος και θάνατος— μόλις που αντιλαμβανόταν τον άνεμο, παρ’ όλο που τίναζε τον χρυσοκέντητο μανδύα του και διαπερνούσε το πανωφόρι του από πράσινο μετάξι επεξεργασμένο με χρυσό κι ακατάλληλο γι’ αυτόν τον καιρό. Οι πληγές στα πλευρά του πονούσαν και πάλλονταν, η παλιά κι η καινούργια εναλλάξ, οι πληγές που δεν θα γιατρεύονταν ποτέ, αλλά αυτό ήταν κάτι μακρινό κι αφορούσε στη σάρκα ενός άλλου άντρα. Η Κορώνα από Ξίφη θα κέντριζε τους κροτάφους κάποιου άλλου με τις αιχμηρές μύτες από τις μικροσκοπικές λάμες που ήταν κρυμμένες ανάμεσα στα χρυσά δάφνινα φύλλα. Ακόμα κι όλη αυτή η σαπίλα που είχε υφανθεί μέσω του σαϊντίν έμοιαζε λιγότερο ενοχλητική απ’ ό,τι παλαιότερα. Ποταπή και σιχαμερή, αλλά αδιάφορη πλέον. Ωστόσο, τα βλέμματα των ευγενών στην πλάτη του ήταν σχεδόν απτά.
Μετακινώντας τη λαβή του ξίφους του, έγειρε μπροστά. Μπορούσε να δει τη συστάδα των χαμηλών δασωμένων λόφων μισό μίλι ανατολικά τόσο καθαρά, σαν να χρησιμοποιούσε κιάλι. Η περιοχή εδώ ήταν επίπεδη και τα μόνα εξογκώματα ήταν εκείνοι οι δασωμένοι λόφοι κι η μακρόστενη ράχη που ξεπηδούσε από τον χερσότοπο. Το επόμενο σύδεντρο, αρκετά πυκνό για να αξίζει το όνομά του, απλωνόταν κάπου δέκα μίλια μακριά. Τα μόνα που ήταν ορατά στους λόφους ήταν μισογυμνωμένα από φυλλωσιά κι ανηλεώς χτυπημένα από τις θύελλες δέντρα καθώς και θημωνιές από χαμόκλαδα, αλλά ο Ραντ ήξερε τι έκρυβαν. Δύο, ίσως και τρεις χιλιάδες άντρες, που είχε συγκεντρώσει ο Σαμαήλ για να τον εμποδίσει να καταλάβει το Ίλιαν.
Ο στρατός είχε διαλυθεί από τη στιγμή που μαθεύτηκε ότι ο άντρας που τους είχε συγκεντρώσει ήταν νεκρός, ότι ο Μάτιν Στεπάνεος είχε εξαφανιστεί — καταλήγοντας πιθανότατα κι εκείνος στον τάφο— κι ότι στο Ίλιαν υπήρχε πια νέος βασιλιάς. Πολλοί είχαν γυρίσει στην πατρίδα τους, ενώ άλλοι είχαν σχηματίσει ομάδες των είκοσι ή τριάντα ατόμων, οι οποίες θα μπορούσαν να σχηματίσουν στρατό ολόκληρο αν ενώνονταν ξανά. Ωστόσο, ακόμα και διασκορπισμένοι να παρέμεναν, αποτελούσαν αναρίθμητες οπλισμένες συμμορίες. Είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν τους επιτρεπόταν να περιπλανώνται στις επαρχίες. Ο Ραντ ένιωθε τον χρόνο να βαραίνει σαν μολύβι τους ώμους του. Ποτέ δεν υπήρχε αρκετός χρόνος, αλλά τώρα ίσως να... Φωτιά, πάγος και θάνατος.
Εσύ τι θα έκανες; σκέφτηκε. Είσαι εκεί; Κι ύστερα, με τη μισητή αμφιβολία να του τριβελίζει το μυαλό: Ήσουν ποτέ εκεί; Μονάχα σιωπή πήρε ως απάντηση· βαθιά και νεκρή σιωπή στο κενό που τον περιέκλειε. Μήπως όμως, κάπου στα άδυτα του μυαλού του, άκουγε κάποιο τρελό γέλιο; Το φανταζόταν, άραγε, όπως η αίσθηση που έχεις όταν κοιτάς διαρκώς πάνω από τον ώμο σου, λες και κάποιος απέχει ελάχιστα από το να αγγίξει την πλάτη σου; Ή όταν βλέπεις χρώματα να χάνονται, κάτι περισσότερο από απλά χρώματα; Τρελά πράγματα. Το γαντοφορεμένο του χέρι γλίστρησε κατά μήκος των γλυπτών που απλωνόταν οφιοειδώς πάνω στο Σκήπτρο του Δράκοντα. Οι μακρόστενοι άσπροι και πράσινοι θύσανοι κάτω από τη γυαλιστερή αιχμή ανέμιζαν στον αέρα. Φωτιά, πάγος και θάνατος θα ακολουθούσαν.
«Θα πάω να τους μιλήσω αυτοπροσώπως», ανακοίνωσε. Τα λόγια του είχαν σαν αποτέλεσμα ένα ενθουσιώδες ξέσπασμα.
Ο Άρχοντας Γκρέγκοριν, ο πράσινος τελαμώνας του Συμβουλίου των Εννέα, τοποθέτησε διαγώνια τον στολισμένο επίχρυσο θώρακά του και σπιρούνισε το όμορφο λευκό άτι του για να απομακρυνθεί από τους Ιλιανούς, ακολουθούμενος κατά πόδας από τον Ντιμίτρι Μάρκολιν, Λοχαγό των Συντρόφων, ο οποίος ίππευε ένα σθεναρό καστανοκόκκινο άλογο. Ο Μάρκολιν ήταν ο μοναδικός άντρας ανάμεσά τους δίχως μετάξια κι ούτε ίχνος από σιρίτι, ο μοναδικός με απέριττη αν κι εντυπωσιακά καλογυαλισμένη πανοπλία, μολονότι η κωνική περικεφαλαία που αναπαυόταν πάνω στο ψηλό μπροστάρι της σέλας του έφερε τρία χρυσά και λεπτά φτερά. Ο Άρχοντας Μάρακ τράβηξε τα ηνία, αλλά αμέσως μετά τα άφησε να πέσουν, όταν γεμάτος αβεβαιότητα παρατήρησε ότι κανείς από τους υπόλοιπους των Εννέα δεν είχε κουνηθεί. Πλατύστερνος άντρας, ασυγκίνητος και καινούργιος στο Συμβούλιο, έμοιαζε συχνά πιότερο με τεχνίτη παρά με άρχοντα, άσχετα από τα πλούσια μετάξια κάτω από την πολυτελή του πανοπλία και τις αρμαθιές των κρεμάμενων σιριτιών. Οι Υψηλοί Άρχοντες Γουίραμον και Τόλμεραν των Δακρυνών σπιρούνισαν συγχρόνως τα άλογά τους, καλυμμένοι με χρυσάφι κι ασήμι —όπως κι οποιοσδήποτε άλλος από τους Εννέα— κι η Ροζάνα, που προσφάτως είχε αναλάβει το αξίωμα της Υψηλής Αρχόντισσας, φορούσε έναν θώρακα με το χαρακτηριστικό έμβλημα του Οίκου της, το Γεράκι και τα Άστρα. Κάποιοι φάνηκαν έτοιμοι σχεδόν να τους ακολουθήσουν, αλλά έκαναν πίσω σαν να τους ανησυχούσε κάτι. Ο λεπτός σαν λάμα Άρακομ, ο γαλανομάτης Μάρακον κι ο φαλακρός Γκέγιαμ ήταν νεκροί· δεν το γνώριζαν αλλά, όσο κι αν ήθελαν να βρεθούν στο επίκεντρο της εξουσίας, φοβούνταν πως ο Ραντ θα τους σκότωνε. Μονάχα ο Άρχοντας Σεμάραντριντ ήρθε από τους Καιρχινούς, πάνω σε ένα σταχτί άτι που είχε δει και καλύτερες μέρες, με την πανοπλία του στραπατσαρισμένη και με τις επίχρυσες στρώσεις θρυμματισμένες. Το πρόσωπό του ήταν λιπόσαρκο και τραχύ, το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ξυρισμένο και πουδραρισμένο σαν κοινού φαντάρου, ενώ στα σκοτεινά του μάτια έλαμπε η περιφρόνηση για τους ψηλότερους Δακρυνούς.