Υπήρχε περίσσεια καταφρόνιας τριγύρω. Οι Δακρυνοί με τους Καιρχινούς αλληλομισούνταν, ενώ οι Ιλιανοί με τους Δακρυνούς αλληλοπεριφρονούνταν. Μόνο οι Καιρχινοί με τους Ιλιανούς τα πήγαιναν καλά έως ένα σημείο, χωρίς όμως να λείπουν και τα αγκάθια στη σχέση τους. Τα δύο έθνη δεν είχαν την προϊστορία του μίσους που μοιράζονταν το Δάκρυ και το Ίλιαν, ωστόσο οι Καιρχινοί εξακολουθούσαν να είναι ξένοι και μάλιστα οπλισμένοι σε Ιλιανό έδαφος, που τους υποδέχτηκαν στην καλύτερη περίπτωση με μισή καρδιά, κι αυτό επειδή ακολουθούσαν τον Ραντ. Παρά, όμως, τα βλοσυρά κι αγριεμένα βλέμματα και παρά τις προσπάθειες να μιλήσουν όλοι μαζί, έτσι καθώς συνωστίζονταν γύρω από τον Ραντ σαν μια θάλασσα από ανεμοδαρμένους μανδύες, είχαν τώρα πια έναν κοινό στόχο. Κατά κάποιον τρόπο, τουλάχιστον.
«Μεγαλειότατε», είπε βιαστικά ο Γκρέγκοριν, κάνοντας μια υπόκλιση πάνω στη μαλαματένια του σέλα, «σας ικετεύω να αφήσετε εμένα ή τον Λοχαγό Μάρκολιν να πάμε». Η τετραγωνισμένη γενειάδα που άφηνε το πάνω χείλος γυμνό πλαισίωνε ένα στρογγυλό πρόσωπο ζαρωμένο από την ανησυχία. «Θα πρέπει να γνωρίζουν ότι είστε Βασιλιάς —οι αναγγελίες διαβάζονται αυτή τη στιγμή που μιλάμε σε κάθε χωριό και σε κάθε σταυροδρόμι— αλλά μπορεί να μη δείξουν το ανάλογο σέβας προς το στέμμα σας». Ο Μάρκολιν, με το προεξέχον σαγόνι και το ξυρισμένο πρόσωπο, κοίταξε τον Ραντ εξεταστικά με τα βαθιά και βαθουλωτά του μάτια, δίχως να αφήνει να φανεί το παραμικρό για το τι κρυβόταν πίσω από την ατάραχη έκφραση του. Οι Σύντροφοι ήταν αφοσιωμένοι στο στέμμα του Ίλιαν κι ο Μάρκολιν ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να θυμάται την εποχή που ο Ταμ αλ’Θόρ ήταν Δεύτερος Αξιωματικός, έναν βαθμό πιο πάνω από τον ίδιον, αλλά μόνο αυτός ήξερε τις ενδόμυχες σκέψεις του για τον Ραντ αλ’Θόρ ως Βασιλιά.
«Άρχοντα Δράκοντα», παρενέβη εμφατικά ο Γουίραμον υποκλινόμενος, χωρίς να περιμένει να τελειώσει ο Γκρέγκοριν. Ο τρόπος που μιλούσε αυτός ο άντρας έμοιαζε πάντα με απαγγελία, ενώ ακόμα κι όταν ήταν έφιππος, έμοιαζε να κορδώνεται. Το επεξεργασμένο βελούδο, οι λωρίδες από μετάξι κι οι χυτές δαντέλες κάλυπταν σχεδόν την πανοπλία του, κι η μυτερή γκρίζα γενειάδα του ανέδιδε μια λουλουδένια οσμή από αρωματικά αιθέρια έλαια. «Αυτός ο όχλος είναι ευτελής και μηδαμινός για να απασχολεί προσωπικά τον Άρχοντα Δράκοντα. Αμόλα σκυλιά για να πιάσουν σκυλιά, όπως συνηθίζω να λέω. Άσε τους Ιλιανούς να τους ξετρυπώσουν. Που να καεί η ψυχή μου, μέχρι στιγμής δεν έχουν κάνει τίποτα για να σε υπηρετήσουν. Όλο λόγια είναι». Ο Γουίραμον ήταν ο κατάλληλος για να μετατρέψει μια συμφωνία με τον Γκρέγκοριν σε παρεξήγηση. Ο Τόλμεραν ήταν αρκετά λιπόσαρκος για να κάνει τον Γουίραμον να μοιάζει πλάι του τόσο ογκώδης και σοβαρός που να θολώνει το λούστρο της φορεσιάς του· δεν ήταν ανόητος, αλλά αντιτίθετο στον Γουίραμον, κι ωστόσο ένευσε αργά, συμφωνώντας. Φαίνεται πως κανείς δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα τους Ιλιανούς.
Ο Σεμάραντριντ σούφρωσε τα χείλη του κοιτώντας τους Δακρυνούς κι απευθύνθηκε στον Ραντ, διακόπτοντας τον Γουίραμον. «Η μάζωξη αυτή είναι δέκα φορές μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη έχουμε συναντήσει μέχρι στιγμής, Άρχοντα Δράκοντα». Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τον βασιλιά του Ίλιαν, ούτε και για τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Μονάχα ο θρόνος της Καιρχίν τον απασχολούσε, κι ήλπιζε πως ο Ραντ θα τον έδινε σε κάποιον που θα τον ακολουθούσε αντί να τον πολεμήσει. «Θα πρέπει να έχουν ορκιστεί πίστη στον Μπρεντ, αλλιώς θα είχαν σκορπίσει από δω κι από κει. Φοβάμαι πως είναι χάσιμο χρόνου να τους μιλήσουμε, αλλά αν διατίθεσαι να το κάνεις ούτως ή άλλως, άσε με να τους περικυκλώσω με ατσάλι, έτσι ώστε να ξέρουν ποιο θα είναι το τίμημα αν κάνουν πως το σκάνε».