Выбрать главу

Η Ροζάνα αγριοκοίταξε τον Σεμάραντριντ· ήταν γυναίκα λεπτόκορμη, όχι ιδιαίτερα ψηλή, αν κι είχε το ίδιο ύψος με αυτόν, και με μάτια σαν του γαλάζιου πάγου. Ούτε εκείνη περίμενε να τελειώσει ο άντρας την πρόταση του και μίλησε κατευθείαν στον Ραντ. «Έχω έρθει από πολύ μακριά κι έχω επενδύσει πάρα πολλά σε σένα για να σε δω να πεθαίνεις για το τίποτα», είπε χωρίς περιστροφές. Χωρίς να είναι περισσότερο ηλίθια από τον Τόλμεραν, η Ροζάνα λάμβανε μέρος στα συμβούλια των Υψηλών Αρχόντων, κάτι σπάνιο για τις Υψηλές Αρχόντισσες των Δακρυνών, κι η λέξη «αποστομωτικός» περιέγραφε πλήρως τον χαρακτήρα της. Παρά τους θώρακες που φορούσαν οι περισσότεροι ευγενείς, στην πραγματικότητα κανείς δεν οδηγούσε τους άντρες του στη μάχη. Η Ροζάνα, ωστόσο, κουβαλούσε στη σέλα της ένα απελατίκι με φλάντζα κι ο Ραντ σκεφτόταν μερικές φορές πως αφορμή έψαχνε να το χρησιμοποιήσει. «Αμφιβάλλω αν αυτοί οι Ιλιανοί στερούνται τόξων», είπε, «κι, άλλωστε, ένα βέλος αρκεί για να σκοτώσει ακόμα και τον Αναγεννημένο Δράκοντα». Σουφρώνοντας τα χείλη του σκεφτικός, ο Μάρκολιν ένευσε καταφατικά, αλλά απέφυγε να μιλήσει, και κατόπιν αντάλλαξε έκπληκτα βλέμματα με τη Ροζάνα καθότι κι οι δυο τους έμειναν εμβρόντητοι με την κοινή αντιμετώπιση που είχαν απέναντι σε έναν αρχαίο εχθρό.

«Αυτοί οι χωριάτες δεν θα μπορούσαν ποτέ να βρουν το σθένος να παραμείνουν ετοιμοπόλεμοι χωρίς την ενθάρρυνση κάποιου», συνέχισε με μαλακή φωνή ο Γουίραμον, αγνοώντας τη Ροζάνα. Είχε ανεπτυγμένη την ικανότητα να αγνοεί οποιονδήποτε ή οτιδήποτε δεν ήθελε καν να βλέπει ή να ακούει. Ήταν όντως ανόητος. «Θα πρότεινα στον Άρχοντα Δράκοντα να ψάξει ανάμεσα στους περιβόητους Εννέα, για να βρει τον υπαίτιο».

«Διαμαρτύρομαι εντονότατα για τις προσβολές αυτού του Δακρυνού γουρουνιού, Μεγαλειότατε!» γρύλισε ο Γκρέγκοριν αμέσως μετά και το ένα του χέρι άδραξε το ξίφος του. «Διαμαρτύρομαι εκ βάθους καρδίας!»

«Είναι πάρα πολλοί αυτή τη φορά», είπε ταυτόχρονα ο Σεμάραντριντ. «Οι περισσότεροι θα στραφούν εναντίον σου μόλις διανοηθείς να τους γυρίσεις την πλάτη». Η βλοσυρή του έκφραση έδειχνε πως θα μπορούσε να αναφέρεται τόσο στους Δακρυνούς όσο και στους άντρες των δασωμένων λόφων. Ίσως αυτό έκανε. «Καλύτερα να τους σκοτώσουμε και να τελειώνουμε με δαύτους!»

«Ζήτησα τη γνώμη κανενός;» ρώτησε κοφτά και τραχιά ο Ραντ. Οι φλυαρίες έπαψαν κι επικράτησε σιωπή, η οποία διακοπτόταν μονάχα από τον ξερό ήχο που έκαναν οι μανδύες και τα λάβαρα καθώς τα χτυπούσε ο άνεμος. Ξαφνικά, τα ανέκφραστα πρόσωπα απέμειναν να τον κοιτάζουν, κάποια από αυτά σκοτεινιασμένα. Δεν είχαν ιδέα πως ο Ραντ κρατούσε τη Δύναμη, αλλά τον ήξεραν καλά. Δεν ήταν αλήθεια στο σύνολό τους τα όσα γνώριζαν, αλλά οι ίδιοι αυτό πίστευαν. «Εσύ, Γκρέγκοριν, θα έρθεις μαζί μου», είπε ο Ραντ με πιο φυσιολογική φωνή, η οποία εξακολουθούσε να είναι κάπως τραχιά. Η σκληρότητα ήταν το μόνο πράγμα που καταλάβαιναν· αν γινόταν μαλθακός, θα στρέφονταν όλοι εναντίον του. «Κι εσύ, Μάρκολιν. Οι υπόλοιποι θα μείνετε εδώ. Ντασίβα! Χόπγουιλ!»

Όσοι δεν προσφωνήθηκαν σπιρούνισαν τα άλογά τους βιαστικά καθώς οι δύο Άσα’μαν κάλπασαν προς τον Ραντ, ενώ οι Ιλιανοί κοιτούσαν τους άντρες με τους μαύρους μανδύες σαν να ήταν ικανοποιημένοι που θα έμεναν κι αυτοί πίσω. Πέραν όλων των υπολοίπων, ο Κόρλαν Ντασίβα ήταν σκυθρωπός και μουρμούριζε κάτι μέσα από τα δόντια του, όπως έκανε τόσο συχνά. Όλοι γνώριζαν πως το σαϊντίν αργά ή γρήγορα τρέλαινε τους άντρες, κι ο Ντασίβα με το συνηθισμένο πρόσωπο έμοιαζε να ανήκει σε αυτήν την κατηγορία· τα ισχνά κι ανάκατα μαλλιά του ανέμιζαν, περνούσε τη γλώσσα πάνω από τα χείλη του και κουνούσε το κεφάλι του. Από την άλλη, ο Έμπεν Χόπγουιλ, μόλις δεκάξι χρόνων και με μερικές σκόρπιες κηλίδες στα μάγουλά του, κοιτούσε βλοσυρός στο πουθενά. Τουλάχιστον, ο Ραντ ήξερε τον λόγο.

Καθώς οι Άσα’μαν πλησίασαν, ο Ραντ δεν συγκρατήθηκε κι έγειρε το κεφάλι του να ακούσει, αν και μονάχα ο ίδιος ήξερε τι άκουγε. Η Αλάνα ήταν εκεί, φυσικά· αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει ούτε μέσω του Κενού ούτε μέσω της Δύναμης. Η απόσταση ήταν καθοριστικός παράγοντας για να έχεις μονάχα αυτή την επίγνωση —ότι απλώς υπήρχε, κάπου μακριά στον Βορρά— ωστόσο σήμερα συνέβαινε και κάτι άλλο, κάτι που το είχε νιώσει κάμποσες φορές προσφάτως, κάτι αόριστο που μετά βίας το κατέγραφε η συνείδηση. Ένας ψίθυρος έκπληξης ίσως ή ένα ξέσπασμα, μια ανάσα από κάτι διαπεραστικό κι έντονο, το οποίο αδυνατούσε να αντιληφθεί στην ολότητά του. Ό,τι κι αν ήταν, η γυναίκα θα έπρεπε να το αισθάνεται πολύ έντονα για να μπορεί κι ο ίδιος να έχει αυτήν την επίγνωση από αυτήν την απόσταση. Ίσως της έλειπε. Πολύ πικρόχολη σκέψη, μια κι εκείνη δεν του έλειπε καθόλου. Του ήταν πιο εύκολο από άλλες φορές να αγνοήσει την Αλάνα. Ήταν εκεί, αλλά αυτή η φωνή που ούρλιαζε για θάνατο και για σκοτωμούς όποτε έκανε την εμφάνισή του ένας Άσα’μαν ήταν απούσα. Ο Λουζ Θέριν είχε χαθεί. Εκτός κι αν αυτή η αίσθηση ότι κάποιος τον κοιτούσε κι ότι ένα δάχτυλο διέτρεχε τις ωμοπλάτες του ήταν εκείνος. Άραγε, πράγματι άκουσε στα βάθη του μυαλού του το τραχύ γέλιο ενός τρελού; Ή μήπως ήταν το δικό του; Αυτός ο άντρας ήταν όντως εκεί! Ήταν!