Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ο Μάρκολιν τον κοιτούσε κι ότι ο Γκρέγκοριν προσπαθούσε σκληρά για το αντίθετο. «Όχι ακόμα», τους είπε κάπως στραβά και γέλασε σχεδόν όταν οι άλλοι κατάλαβαν αμέσως τι εννοούσε. Η ανακούφιση ήταν ιδιαίτερα έκδηλη στα πρόσωπά τους. Δεν είχε χάσει τα λογικά του. Ακόμα. «Ελάτε», τους είπε και σπιρούνισε τον Ταϊ’ντάισαρ, που άρχισε να τριποδίζει κατηφορίζοντας την πλαγιά. Παρά τους άντρες που τον ακολουθούσαν, ένιωθε μόνος. Παρά τη Δύναμη, ένιωθε άδειος.
Ανάμεσα στη ράχη και τους λόφους υπήρχαν μπαλωματιές από πυκνά χαμόκλαδα κι εκτάσεις από νεκρό γρασίδι, ένα γυαλιστερό στρωσίδι σε καφετί και κίτρινο χρώμα που είχε γίνει επίπεδο από το σφυροκόπημα της βροχής. Ελάχιστες μέρες πριν η γη ήταν τόσο ξερή, που ο Ραντ νόμιζε ότι, ακόμα κι ένα ποτάμι να χυνόταν επάνω της, τίποτα δεν θα άλλαζε. Κι ύστερα ήρθαν οι καταιγίδες, σταλμένες λες από τον Δημιουργό ως ευλογία ή από τον Σκοτεινό σε έναν παροξυσμό κοροϊδίας· δεν ήξερε τι από τα δύο αλήθευε. Τώρα, οι οπλές των αλόγων τίναζαν τη λάσπη σε κάθε δεύτερο βήμα. Ήλπιζε πως αυτό δεν θα κρατούσε πολύ. Σύμφωνα με όσα του είχε αναφέρει ο Χόπγουιλ, είχε λίγο χρόνο μπροστά του, αλλά όχι την αιωνιότητα. Λίγες βδομάδες ίσως, αν ήταν τυχερός. Χρειαζόταν, όμως, μερικούς μήνες. Μα το Φως, χρειαζόταν χρόνια, αλλά κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον!
Με την ακοή του οξυμένη εξαιτίας της Δύναμης, έπιασε μερικά λόγια από τη συζήτηση των δύο αντρών, πίσω του. Ο Γκρέγκοριν κι ο Μάρκολιν ίππευαν δίπλα-δίπλα πασχίζοντας να κρατήσουν τους μανδύες πάνω στα κορμιά τους, για να μην τους πάρει ο άνεμος, και μιλώντας χαμηλόφωνα σχετικά με τους άντρες που θα συναντούσαν, εκφράζοντας τις ανησυχίες τους ότι μπορεί να ήταν αποφασισμένοι να δώσουν μάχη. Δεν αμφέβαλλαν ότι, σε περίπτωση αντίστασης, θα συντρίβονταν, αλλά φοβούνταν για την επίδραση που θα είχε κάτι τέτοιο στον Ραντ καθώς και την αντίδρασή του απέναντι στο Ίλιαν, αν οι Ιλιανοί τον πολεμούσαν τώρα που ο Μπρεντ είχε πεθάνει. Απέφευγαν ακόμα να κατονομάσουν τον Μπρεντ με το αληθινό του όνομα, δηλαδή Σαμαήλ. Και μόνο η ιδέα ότι ένας από τους Αποδιωγμένους κυβερνούσε στο Ίλιαν τους φόβιζε περισσότερο κι από το γεγονός ότι ο Αναγεννημένος Δράκοντας ήταν ο τωρινός κυβερνήτης.
Ο Ντασίβα, που είχε σωριαστεί πάνω στη σέλα του γκρίζου του αλόγου σαν κάποιος που δεν είχε δει στη ζωή του άλογο, μουρμούρισε θυμωμένα κάτι μέσα από τα δόντια του. Στην Παλιά Γλώσσα, την οποία μιλούσε και διάβαζε άπταιστα όπως ένας λόγιος. Ο Ραντ ήξερε λίγα πράγματα, αν κι όχι αρκετά για να καταλάβει τι μουρμούριζε ο άντρας. Πιθανόν να γκρίνιαζε για τον καιρό. Παρότι γεωργός, ο Ντασίβα δεν αρεσκόταν να βγαίνει από το σπίτι του, παρά μόνο με λιακάδα.
Μονάχα ο Χόπγουιλ ίππευε σιωπηλός, κοιτώντας· βλοσυρά κάτι πέρα από τον ορίζοντα, με τα μαλλιά και τον μανδύα του να ανεμίζουν εξίσου άγρια με του Ντασίβα. Πού και πού, άδραχνε ασυναίσθητα τη λαβή του σπαθιού του. Ο Ραντ χρειάστηκε να μιλήσει τρεις φορές, την τελευταία μάλιστα πολύ κοφτά, προτού ο Χόπγουιλ τινάξει απότομα το κεφάλι του και σπιρουνίσει το ψηλόλιγνο και καστανόχρωμο ζώο του για να το φέρει πλάι στον Ταϊ’ντάισαρ.
Ο Ραντ τον κοίταξε εξεταστικά. Ο νεαρός —που δεν ήταν πια αγόρι, ασχέτως ηλικίας— είχε μεγαλώσει από την τελευταία φορά που τον είδε ο Ραντ, μολονότι η μύτη και τα αυτιά του φαίνονταν φτιαγμένα για ογκωδέστερο άντρα. Ένας Δράκοντας από χρυσοκόκκινο σμάλτο συνόδευε αρμονικά πλέον το ασημένιο Ξίφος στον ψηλό του γιακά, ακριβώς όπως και στου Ντασίβα. Κάποτε είχε πει ότι η χαρά του θα ήταν απέραντη από τη στιγμή που θα αποκτούσε τον δικό του Δράκοντα, αλλά τώρα κοιτούσε τον Ραντ δίχως να βλεφαρίζει καν, λες κι ατένιζε μέσα από αυτόν.