«Ήταν καλά νέα όσα έμαθες», του είπε ο Ραντ. Προσπαθούσε να συγκρατηθεί ώστε να μη συνθλίψει το Σκήπτρο του Δράκοντα μες στη γροθιά του. «Τα πήγες πολύ καλά». Περίμενε πως οι Σωντσάν θα επέστρεφαν, αλλά όχι τόσο σύντομα. Έτσι ήλπιζε, δηλαδή. Κι όχι ξεπηδώντας από το πουθενά, καταβροχθίζοντας πόλεις στον διάβα τους. Όταν ανακάλυψε πως οι έμποροι στο Ίλιαν το ήξεραν μέρες προτού κάποιος εξ αυτών σκεφτεί να ειδοποιήσει τους Εννέα —το Φως να φυλάει που δεν θα έχαναν την ευκαιρία για κέρδος επειδή υπήρχαν πολλοί που γνώριζαν πολλά!— κόντεψε να αφανίσει την πόλη εκ θεμελίων. Τα νέα, ωστόσο, ήταν καλά, δεδομένων των περιστάσεων τουλάχιστον. Ο Χόπγουιλ είχε Ταξιδέψει στο Άμαντορ και στην κοντινή επαρχία, όπου οι Σωντσάν έμοιαζαν να τηρούν στάση αναμονής. Ίσως χώνευαν όσα είχαν καταναλώσει. Το Φως να έδινε να τους κάθονταν στον λαιμό! Έσφιξε τη λαβή του για να ελευθερώσει τη μακρόστενη αιχμή του δόρατος, πάνω στην οποία ήταν σκαλισμένος ένας Δράκοντας. «Αν τα μισά από τα νέα που θα φέρει ο Μορ είναι εξίσου καλά, θα έχω χρόνο να τακτοποιήσω το θέμα με το Ίλιαν προτού ασχοληθώ με δαύτους». Και με το Έμπου Νταρ, επίσης! Που το Φως να έκαιγε τους Σωντσάν! Αποτελούσαν περισπασμό, τον οποίο ούτε χρειαζόταν ούτε μπορούσε να αγνοήσει.
Ο Χόπγουιλ δεν έλεγε τίποτα, απλώς παρατηρούσε.
«Αναστατώθηκες επειδή χρειάστηκε να σκοτώσεις γυναίκες;» Την Ντεσόρα τον Μουσάμα Ρέυν και τη Λαμέλ τον Καπνόνερου του Μιαγκόμα και... Ο Ραντ απώθησε την ενστικτώδη λιτανεία καθώς είχε αρχίσει να επιπλέει στο Κενό. Καινούργια ονόματα είχαν εμφανιστεί σε εκείνη τη λίστα, ονόματα που είχε ξεχάσει να προσθέσει. Η Λάιγκιν Αρνόλ, μια Κόκκινη αδελφή που είχε πεθάνει προσπαθώντας να τον οδηγήσει αιχμάλωτο στην Ταρ Βάλον. Σίγουρα η γυναίκα δεν δικαιούτο θέση στον κατάλογό του, αλλά την είχε διεκδικήσει. Η Κολαβήρ Σάιγκαν, η οποία είχε προτιμήσει να κρεμαστεί παρά να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη. Κι άλλες. Οι άντρες πέθαιναν κατά χιλιάδες, από τις διαταγές του ή από το χέρι του, αλλά ήταν τα πρόσωπα των γυναικών που στοίχειωναν τα όνειρα του. Κάθε νύχτα αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει τα σιωπηλά και γεμάτα κατηγόρια βλέμματά τους. Ίσως να ήταν αυτά τα βλέμματα που είχε διαισθανθεί προσφάτως.
«Σου μίλησα σχετικά με τις νταμέην και τις σουλ’ντάμ», είπε ήρεμα, αλλά η οργή λυσσομανούσε εντός του κι η φωτιά έπλεκε ιστούς γύρω από την αδειανοσύνη του Κενού. Που να με κάψει το Φως, σκότωσα περισσότερες γυναίκες απ’ όσες χωρούν στους εφιάλτες μου! Τα χέρια μου βάφτηκαν μαύρα από το αίμα γυναικών! «Αν δεν είχες εξολοθρεύσει εκείνη την περίπολο των Σωντσάν, θα σε σκότωναν σίγουρα». Δεν ανέφερε πως ο Χόπγουιλ έπρεπε να τους έχει αποφύγει, να έχει αποφύγει τους άσκοπους σκοτωμούς. Όμως, ήταν πολύ αργά πια. «Αμφιβάλλω κατά πόσον μία νταμέην γνωρίζει πώς να θωρακίσει έναν άντρα. Δεν είχες άλλη επιλογή». Καλύτερα όλοι νεκροί παρά να είχαν διαφύγει κάποιοι μεταφέροντας την είδηση για έναν άντρα με τη δυνατότητα της διαβίβασης που κατάφερε και τους ανίχνευσε.
Ασυναίσθητα, ο Χόπγουιλ άγγιξε το αριστερό του μανίκι, όπου το μαύρο χρώμα έκρυβε το καψαλισμένο μάλλινο. Οι Σωντσάν δεν πέθαιναν εύκολα ούτε γρήγορα. «Στοίβαξα τα πτώματα σε ένα κοίλωμα», είπε με επίπεδη φωνή. «Και τα άλογα κι όλα. Τα έκαψα μέχρι να γίνουν στάχτη. Λευκή στάχτη, που παρασύρθηκε από τον άνεμο σαν χιόνι. Δεν με ενόχλησε διόλου».
Ο Ραντ διέκρινε το ψέμα στη φωνή του άντρα, αλλά ο Χόπγουιλ έπρεπε να μάθει μερικά πράγματα. Εξάλλου, είχε ήδη διδαχτεί. Έτσι ήταν φτιαγμένοι κι αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει. Με τίποτα. Η Λία του Κοσάιντα Τσαρήν, ένα όνομα γραμμένο με φωτιά. Η Μουαραίν Ντέημοντρεντ, άλλο ένα όνομα που δεν έκαιγε απλώς την ψυχή· την καυτηρίαζε. Ένας ανώνυμος Σκοτεινόφιλος, που τον εκπροσωπούσε μόνο μια μορφή, κι είχε πεθάνει από το ξίφος του κοντά...
«Μεγαλειότατε», είπε ο Γκρέγκοριν φωνάζοντας και δείχνοντας μπροστά. Ένας μοναχικός άντρας φάνηκε να βγαίνει από τα δέντρα, στους πρόποδες του κοντινότερου λόφου. Έμεινε ακίνητος, σαν να περίμενε κάτι, κι η στάση του έδειχνε απροκάλυπτη αψηφισιά. Είχε ένα τόξο και φορούσε ένα σιδερένιο κράνος με μυτερή άκρη κι έναν μεταλλικό θώρακα με ιμάντες που κρέμονταν σχεδόν έως τα γόνατα.
Ο Ραντ σπιρούνισε τον Ταϊ’ντάισαρ για να τον συναντήσει, βρίθοντας από Δύναμη. Το σαϊντίν είχε την ικανότητα να τον προστατεύει από τους άντρες.
Από κοντά, ο τοξότης δεν έδειχνε τόσο εντυπωσιακός. Σκουριά αυλάκωνε την περικεφαλαία και τον θώρακά του κι έμοιαζε μουσκεμένος, με τη λάσπη να κολλάει στους γοφούς του, ενώ τα νοτισμένα μαλλιά του έπεφταν σε ένα στενό πρόσωπο. Έβηξε ξερά κι έξυσε τη μακρόστενη μύτη του με την ανάποδη του χεριού του. Η χορδή του τόξου του ήταν τεντωμένη, ωστόσο. Φαίνεται πως την είχε προστατεύσει από τη βροχή. Εξίσου στεγνά έμοιαζαν και τα φτερά των βελών του.