«Εσύ είσαι ο αρχηγός εδώ;» ρώτησε απαιτητικά ο Ραντ.
«Θεώρησε πως τον εκπροσωπώ», αποκρίθηκε επιφυλακτικά ο άντρας με τη στενή μούρη. «Γιατί;» Καθώς οι άλλοι δύο ήρθαν καλπάζοντας πίσω από τον Ραντ, ο άντρας μετακινήθηκε κάπως ανήσυχα και τα σκοτεινά του μάτια έμοιαζαν με ασβού που τον στρίμωξες στη γωνία. Κι οι ασβοί γίνονται επικίνδυνα ζώα όταν στριμώχνονται.
«Πρόσεχε τα λόγια σου, άνθρωπέ μου!» του είπε κοφτά ο Γκρέγκοριν. «Απευθύνεσαι στον Ραντ αλ’Θόρ, τον Αναγεννημένο Δράκοντα, Άρχοντα του Πρωινού και Βασιλιά του Ίλιαν! Γονάτισε μπροστά στον Βασιλιά σου! Πώς ονομάζεσαι;»
«Ώστε αυτός είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας;» ρώτησε ο άντρας γεμάτος αμφιβολίες. Κοίταξε τον Ραντ από την κορυφή μέχρι τα νύχια, το βλέμμα του κοντοστάθηκε για λίγο στον επιχρυσωμένο Δράκοντα στην αγκράφα της ζώνης του ξίφους του, και κούνησε το κεφάλι του σαν να περίμενε να δει κάποιον γηραιότερο ή πιο μεγαλοπρεπή. «Κι Άρχοντας του Πρωινού, είπες; Ο Βασιλιάς μας δεν προσφώνησε ποτέ έτσι τον εαυτό του». Ούτε γονάτισε ούτε τους είπε το όνομά του. Το πρόσωπο του Γκρέγκοριν σκοτείνιασε από τον τόνο της φωνής του άντρα, ίσως κι από την έμμεση άρνηση του να αποδεχτεί τον Ραντ ως Βασιλιά. Ο Μάρκολιν ένευσε ελαφρά, σαν να τα περίμενε όλα αυτά.
Τα νοτισμένα χαμόκλαδα ανάμεσα στα δέντρα αναδεύτηκαν θροϊζοντας. Ο Ραντ έπιασε τον θόρυβο κι ένιωσε ξαφνικά το σαϊντίν να κατακλύζει τον Χόπγουιλ, ο οποίος έπαψε να κοιτάει στο πουθενά και κάρφωσε το έντονο βλέμμα του στη σειρά των δέντρων με μια άγρια λάμψη στα μάτια του. Ο Ντασίβα παρέμεινε σιωπηλός, φτυαρίζοντας τα σκούρα του μαλλιά μακριά από το πρόσωπό του. Φαινόταν βαριεστημένος. Γέρνοντας μπροστά πάνω στη σέλα του, ο Γκρέγκοριν άνοιξε το στόμα του, θυμωμένος. Φωτιά και πάγος, μα ο θάνατος ήταν ακόμη απών.
«Ήρεμα, Γκρέγκοριν». Ο Ραντ δεν ύψωσε τη φωνή του, αλλά ύφανε ροές για να μεταφέρουν τα λόγια του, ροές από Αέρα και Φωτιά, έτσι που η φωνή του να αντηχεί και να μεγεθύνεται πάνω στο τείχος των δέντρων. «Η προσφορά μου είναι γενναιόδωρη». Ο άντρας με τη μεγάλη μύτη αναπήδησε στον ήχο της φωνής του και το άλογο του Γκρέγκοριν οπισθοχώρησε λίγο. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως οι κρυμμένοι άντρες θα τον άκουγαν πεντακάθαρα. «Πετάξτε τα όπλα σας, κι όσοι επιθυμείτε, μπορείτε να γυρίσετε σπίτι σας. Όσοι επιθυμούν να με ακολουθήσουν, μπορούν να έρθουν μαζί μου. Όμως κανείς δεν θα φύγει οπλισμένος, εκτός αν με ακολουθήσει. Γνωρίζω πως οι περισσότεροι από σας είστε γενναίοι άντρες που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμα του Βασιλιά σας και του Συμβουλίου των Εννέα για να υπερασπιστείτε το Ίλιαν, αλλά τώρα ο Βασιλιάς σας είμαι εγώ, και δεν θα αφήσω κανέναν να γίνει ληστοσυμμορίτης». Ο Μάρκολιν ένευσε αγριωπά.
«Και τα αγροκτήματα που έκαψαν οι Δρακορκισμένοι;» ακούστηκε η φοβισμένη φωνή ενός άντρα ανάμεσα από τα δέντρα. «Αυτοί είναι οι ληστοσυμμορίτες που βάζουν φωτιές!»
«Κι οι Αελίτες σας;» φώναξε ένας άλλος. «Απ’ ό,τι άκουσα, αφανίζουν χωριά ολόκληρα!» Ακούστηκαν κι άλλες φωνές από τους αθέατους άντρες, κι όλοι διαμαρτύρονταν λίγο πολύ για τα ίδια θέματα, για τους Δρακορκισμένους και τους Αελίτες, για φονιάδες ληστοσυμμορίτες κι άγριους. Ο Ραντ έτριξε τα δόντια του.
Όταν οι φωνασκίες έσβησαν, ο άντρας με το στενό πρόσωπο είπε: «Βλέπεις;» Σταμάτησε για να βήξει, ύστερα καθάρισε τον λαιμό του από τα φλέματα κι έφτυσε, ίσως επειδή τον ταλαιπωρούσαν τα βρογχικά, ίσως επειδή ήθελε να δώσει έμφαση στα λόγια του. Ο μουσκεμένος και γεμάτος σκουριά άντρας αποτελούσε ένα αξιοθρήνητο θέαμα, αλλά η ράχη του ήταν στητή όσο κι η χορδή του τόξου του. Αγνόησε με σχετική ευκολία το αγριοκοίταγμα τόσο του Ραντ όσο και του Γκρέγκοριν. «Μας ζητάς να γυρίσουμε σπίτια μας άοπλοι, ανίκανοι να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας ή τις οικογένειές μας, ενώ στο μεταξύ οι δικοί σου καίνε τα πάντα, ληστεύουν και σκοτώνουν. Καλά λένε πως έρχεται θύελλα», πρόσθεσε, και για λίγο φάνηκε σαστισμένος και μπερδεμένος με τα λόγια του.
«Οι Αελίτες για τους οποίους άκουσες είναι εχθροί μου!» Αυτήν τη φορά, δεν υπήρχαν ιστοί φωτιάς αλλά στέρεα στρώματα οργής που τυλίγονταν σφικτά γύρω από το Κενό. Η φωνή του Ραντ ήταν παγερή, ωστόσο, και βρυχιόταν σαν τον ξερό κρότο του χειμώνα. Ερχόταν θύελλα; Μα το Φως, αυτός ήταν η θύελλα! «Οι δικοί μου Αελίτες τους κυνηγούν. Οι δικοί μου Αελίτες κυνηγούν τους Σάιντο, και μαζί με τον Ντάβραμ Μπασίρε και τους περισσότερους από τους Συντρόφους κυνηγούν τους ληστοσυμμορίτες, όπως κι αν αυτοαποκαλούνται! Είμαι ο Βασιλιάς του Ίλιαν και δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να διαταράξει την ειρήνη του Ίλιαν!»