«Ακόμα κι αν όσα λες είναι όντως αλήθεια —», άρχισε να λέει ο άντρας με το στενό πρόσωπο.
«Είναι!» τον έκοψε απότομα ο Ραντ. «Σας δίνω προθεσμία μέχρι το μεσημέρι για να αποφασίσετε». Ο άντρας συνοφρυώθηκε αβέβαιος· θα είχε πρόβλημα να καταλάβει πότε ήταν μεσημέρι, εκτός αν ο ουρανός καθάριζε από τα κοχλάζοντα σύννεφα. Ο Ραντ δεν του άφηνε κανένα περιθώριο. «Αποφασίστε με σύνεση!» είπε. Σπιρούνισε τον Ταϊ’ντάισαρ για να πάρει στροφή, και το ευνουχισμένο ζώο άρχισε να καλπάζει προς τη ράχη χωρίς να περιμένει τους άλλους.
Άφησε τη Δύναμη απρόθυμα κι εξανάγκασε τον εαυτό του να μην εξαρτάται από αυτήν όπως κάποιος που αδράχνει με νύχια και με δόντια τη λύτρωση καθώς η ζωή κι η διαφθορά στραγγίζουν συγχρόνως από μέσα του. Για μια στιγμή, του φάνηκε πως τα έβλεπε όλα διπλά. Ο κόσμος φάνηκε να γέρνει, λες κι ήταν ζαλισμένος. Το πρόβλημα αυτό ήταν πρόσφατο, κι ο Ραντ ανησυχούσε ότι μπορεί να αποτελούσε μέρος της ασθένειας που σκότωνε τους άντρες με την ικανότητα της διαβίβασης, αλλά η ζάλη αυτή ποτέ δεν διαρκούσε πάνω από λίγα λεπτά. Το μόνο για το οποίο λυπόταν ήταν που, αφήνοντας τη Δύναμη, άφηνε πίσω κι άλλα πράγματα. Ο κόσμος έμοιαζε ολοένα και πιο μουντός. Τα χρώματα είχαν ξεθωριάσει κι ο ουρανός είχε μικρύνει συγκριτικά με τις πρωτύτερες εντυπώσεις. Ήθελε απεγνωσμένα να αδράξει ξανά την Πηγή και να στύψει από μέσα της τη Μία Δύναμη. Πάντα έτσι αισθανόταν όποτε τον εγκατέλειπε η Δύναμη.
Το σαϊντίν δεν είχε προλάβει να εξαφανιστεί καλά-καλά κι η αναβράζουσα οργή το αντικατέστησε, λευκοπυρωμένη και καυτή σχεδόν όσο κι η Δύναμη. Λες κι οι Σωντσάν δεν ήταν αρκετοί από μόνοι τους, τώρα υπήρχαν και ληστοσυμμορίτες που κρύβονταν πίσω από το όνομά του. Δεν άντεχε τόσο ολέθριους αντιπερισπασμούς. Μήπως ο Σαμαήλ έβγαινε από τον τάφο του; Μήπως εκείνος έσπερνε τους Σάιντο για να φυτρώνουν σαν αγκάθια όπου άπλωνε το χέρι του ο Ραντ; Για ποιον λόγο; Αυτός ο άνθρωπος σίγουρα δεν πίστευε πως μπορούσε να πεθάνει. Ακόμα κι οι μισές από τις ιστορίες που είχε ακούσει να αλήθευαν, υπήρχαν περισσότεροι στο Μουράντυ, στην Αλτάρα και το Φως μόνο ξέρει πού αλλού! Κάμποσοι από τους Σάιντο που είχαν αιχμαλωτιστεί μιλούσαν για μια Άες Σεντάι. Θα μπορούσε ο Λευκός Πύργος να είναι αναμεμειγμένος με κάποιον τρόπο; Δεν θα τον άφηνε ποτέ στην ησυχία του; Ποτέ; Ποτέ.
Δίνοντας μάχη με τον ίδιο του τον θυμό, ούτε καν πρόσεξε τον Γκρέγκοριν και τους υπόλοιπους που τον πρόλαβαν. Όταν έφθασαν στην κορυφή, ανάμεσα στους ευγενείς που τους περίμεναν, ο Ραντ τράβηξε τόσο απότομα τα χαλινάρια του Ταϊ’ντάισαρ, που το ζώο σηκώθηκε στα δυο του πόδια κι οι οπλές του, που χτυπιούνταν στον αέρα, πετούσαν τριγύρω λάσπες. Οι ευγενείς απομάκρυναν τα άτια τους από τον ίδιο και το μουνούχι του.
«Τους έδωσα προθεσμία μέχρι το μεσημέρι», ανακοίνωσε. «Να τους προσέχετε. Δεν θέλω με τίποτα να διασπαστούν σε πενήντα μικρότερες ομάδες και να το σκάσουν. Θα βρίσκομαι στη σκηνή μου». Με εξαίρεση τους μανδύες που ανέμιζαν, οι άντρες είχαν πετρώσει σαν να ήταν ριζωμένοι σε ένα σημείο, λες κι η προσταγή του να τους προσέχουν αφορούσε σε αυτούς. Εκείνη τη στιγμή, δεν τον ένοιαζε διόλου αν παρέμεναν σε αυτή τη στάση μέχρι να παγώσουν ή να λιώσουν.
Χωρίς δεύτερη λέξη, κατηφόρισε την αντίθετη πλαγιά της ράχης, ακολουθούμενος από τους δύο μαυροντυμένους Άσα’μαν κι από τους λαβαροφόρους Ιλιανούς του. Φωτιά, πάγος και θάνατος ήταν καθ’ οδόν. Αυτός, όμως, ήταν φτιαγμένος από ατσάλι. Ατσάλι.
14
Μήνυμα από τον Μ’Χαήλ
Ένα μίλι δυτικά της ράχης απλώνονταν οι καταυλισμοί: άντρες, άλογα κι αναμμένες πυρές, ανεμόδαρτα λάβαρα και κάμποσες σκόρπιες σκηνές, σημαδεμένες ανά εθνικότητα κι ανά Οίκο, ο κάθε καταυλισμός μία λίμνη αφρισμένης λάσπης, που χωριζόταν από τους υπόλοιπους από εκτάσεις αγκαθωτών θαμνότοπων. Πεζοί κι έφιπποι άντρες παρακολουθούσαν τα λάβαρα του Ραντ να περνούν ανεμίζοντας, κι έριχναν ματιές στους άλλους καταυλισμούς για να δουν τις αντιδράσεις. Όταν ήταν παρόντες οι Αελίτες, οι άντρες αυτοί είχαν συγκεντρωθεί σε έναν και μοναδικό καταυλισμό, καθοδηγούμενοι από ένα από τα ελάχιστα πράγματα που είχαν κοινά. Δεν ήταν Αελίτες και τους φοβούνταν, ασχέτως του αν το αρνούνταν. Ο κόσμος θα χανόταν, εκτός κι αν ο Ραντ πετύχαινε τον σκοπό του, δεν είχε όμως την παραμικρή ψευδαίσθηση πως αυτοί οι άντρες τού ήταν πιστοί ή πως πίστευαν ότι η μοίρα του κόσμου δεν θα διαμορφωνόταν έτσι ώστε να εξυπηρετήσει τους δικούς τους σκοπούς, τη λαχτάρα τους για χρυσάφι, δόξα κι εξουσία. Ίσως μια χούφτα από δαύτους να σκέφτονταν διαφορετικά, αλλά η συντριπτική πλειονότητα τον ακολουθούσε γιατί τον φοβόταν πολύ περισσότερο από τους Αελίτες. Ίσως και περισσότερο από τον ίδιο τον Σκοτεινό, στον οποίο μερικοί κατά βάθος δεν πίστευαν, παρ’ όλο που εκείνος δεν μπορούσε να κάνει περισσότερη ζημιά στον κόσμο από αυτήν που ήδη είχε κάνει. Ο Ραντ στεκόταν απέναντί τους, κατά πρόσωπο, κι αυτοί τον πίστευαν, ενώ ο ίδιος το αποδεχόταν. Είχε μπροστά του κάμποσες μάχες για να σπαταλήσει δυνάμεις σε μία που ήταν αδύνατον να κερδίσει. Όσο τον ακολουθούσαν και τον υπάκουαν, του ήταν αρκετό.