Ο μεγαλύτερος καταυλισμός ήταν ο δικός του. Εδώ, Ιλιανοί Σύντροφοι με πράσινους επενδύτες που είχαν κίτρινες μανσέτες στέκονταν ώμο με ώμο με τους Δακρυνούς Υπερασπιστές της Πέτρας με τα πανωφόρια με τα φαρδιά μανίκια και τις χρυσόμαυρες ρίγες, καθώς και με έναν ίσο αριθμό Καιρχινών, με σκούρα χρώματα, παρμένων από σαράντα τόσους Οίκους, μερικοί εκ των οποίων φορούσαν ένα άκαμπτο κον πάνω από το κεφάλι τους. Μαγείρευαν σε διαφορετικές πυρές, κοιμούνταν ξεχωριστά, έδεναν τα άλογά τους σε διαφορετικούς πασσάλους κι έριχναν οι μεν στους δε ματιές γεμάτες καχυποψία, μα κατά τ’ άλλα είχαν γίνει ένα κουβάρι. Ήταν υπεύθυνοι για την ασφάλεια του Αναγεννημένου Δράκοντα κι είχαν πάρει τη δουλειά τους στα σοβαρά. Οποιοσδήποτε από δαύτους θα μπορούσε κάλλιστα να τον προδώσει, όχι όμως όσο τον παρακολουθούσαν οι υπόλοιποι. Παλιά μίση και νέες αντιπάθειες συχνά έφερναν την προδοσία οποιουδήποτε σχεδίου, πριν καλά-καλά το συνειδητοποιήσει ο ίδιος ο προδότης.
Ένας ατσάλινος δακτύλιος περιτριγύριζε τη σκηνή του Ραντ, ένα τεράστιο μυτερό οικοδόμημα από πράσινο μετάξι με χρυσοκέντητες μέλισσες. Ανήκε στον προκάτοχό του, τον Μάτιν Στεπάνεος, και κατά κάποιον τρόπο το είχε πάρει στην κατοχή του μαζί με την κορώνα. Σύντροφοι με στιλπνές κωνικές περικεφαλαίες έστεκαν δίπλα-δίπλα με τους Υπερασπιστές που φορούσαν αυλακωτές περικεφαλαίες με γείσο, ενώ οι Καιρχινοί με τα σαν καμπάνες κράνη είχαν γυμνώσει τις προσωπίδες που έκρυβαν τα χαρακτηριστικά τους και κρατούσαν τις αλαβάρδες ελαφρώς γερτές, όπως κι έπρεπε. Κανείς δεν κουνήθηκε ρούπι όταν ο Ραντ τράβηξε το χαλινάρι, ενώ ένα τσούρμο υπηρέτες ήρθε τρέχοντας προς το μέρος του για να ξαλαφρώσει τον ίδιο και τους Άσα’μαν. Μια κοκαλιάρα γυναίκα με το κιτρινοπράσινο γιλέκο του ιπποκόμου του Βασιλικού Παλατιού του Ίλιαν πήρε τα γκέμια από τα χέρια του, ενώ ένας άντρας με υπερτροφική μύτη, ντυμένος με τη χρυσόμαυρη λιβρέα της Πέρας του Δακρύου, κρατούσε τον αναβολέα. Κάτω από τις φράντζες τους, έριχναν κοφτά βλέμματα ο ένας στον άλλον. Η Μπόριαν Καρίβιν, μια παχουλή και χλωμή κοντή γυναίκα με σκούρο φόρεμα, του πρόσφερε αυτάρεσκα έναν ασημένιο δίσκο με υγρά υφάσματα από τα οποία αναδύονταν ατμοί. Ήταν Καιρχινή και κοιτούσε παρατηρητικά τους άλλους δύο, περισσότερο για να βεβαιωθεί πως έκαναν καλά τη δουλειά τους παρά με την εχθροπάθεια που είχαν ο ένας για τον άλλον και την οποία δεν έμπαιναν στον κόπο να κρύψουν. Την ήλεγχαν, ωστόσο. Ό,τι ίσχυε για τους στρατιώτες, ίσχυε και για τους υπηρέτες.
Βγάζοντας τα μεταλλικά γάντια του, ο Ραντ απομάκρυνε με ένα νεύμα τον δίσκο που του πρόσφερε η Μπόριαν. Ο Ντάμερ Φλιν σηκώθηκε από τον διακοσμημένο σκαλιστό πάγκο μπροστά στη σκηνή καθώς ο Ραντ ξεπέζευε. Φαλακρός, πλην μίας ακανόνιστης λευκής φράντζας, ο Φλιν έμοιαζε πιότερο με παππού παρά με Άσα’μαν. Ένας σκληρόπετσος και πεισματάρης παππούς, που είχε ταξιδέψει πέρα από το αγρόκτημά του. Το ξίφος που είχε στα γόνατά του έμοιαζε να ανήκει —και μάλλον έτσι ήταν— σε κάποιον άλλο στρατιώτη της Φρουράς της Βασίλισσας. Ο Ραντ έτρεφε περισσότερη εμπιστοσύνη σ’ αυτόν παρά σε άλλους. Στο κάτω-κάτω, ο Φλιν τού είχε σώσει τη ζωή.
Ο Φλιν τον χαιρέτησε φέρνοντας τη γροθιά του στο στήθος, κι όταν ο Ραντ ανταποκρίθηκε με ένα νεύμα, τον πλησίασε κουτσαίνοντας και περίμενε μέχρι να απομακρυνθούν οι ιπποκόμοι με τα άλογα προτού μιλήσει χαμηλόφωνα. «Είναι εδώ ο Τόρβαλ. Απ’ ό,τι λέει, τον έστειλε ο Μ’χαήλ. Προτίμησε να περιμένει στη σκηνή του συμβουλίου. Είπα στον Ναρίσμα να τον προσέχει». Αυτήν τη διαταγή την είχε δώσει ο Ραντ, αν και δεν ήταν σίγουρος για ποιον λόγο. Κανείς προερχόμενος από τον Μαύρο Πύργο δεν έπρεπε να μένει μόνος. Ο Φλιν ψηλάφισε διστακτικά τον Δράκοντα στο μαύρο του πέτο. «Δεν έδειξε και πολύ ευχαριστημένος όταν άκουσε πως μας ξεσήκωσες όλους».
«Μπα;» είπε ο Ραντ μαλακά, τοποθετώντας τα γάντια του πίσω από τη ζώνη του ξίφους του. Κι επειδή ο Φλιν εξακολουθούσε να φαίνεται αβέβαιος, πρόσθεσε: «Το αξίζατε». Ήταν έτοιμος να στείλει έναν από τους Άσα’μαν στον Τάιμ —τον Αρχηγό, τον Μ’χαήλ όπως τον αποκαλούσαν όλοι οι Άσα’μαν — αλλά τώρα ήταν ο Τόρβαλ αυτός που θα μετέφερε το μήνυμα. Στη σκηνή του συμβουλίου; «Στείλ’ του κάτι δροσιστικό», είπε στον Φλιν κι ύστερα έκανε ένα νεύμα στον Χόπγουιλ και στον Ντασίβα να τον ακολουθήσουν.