Выбрать главу

Ο Φλιν χαιρέτησε ξανά, αλλά ο Ραντ είχε απομακρυνθεί ήδη, με τη μαυριδερή λάσπη να πλατσουρίζει γύρω από τις μπότες του. Καμιά επευφημία δεν ακούστηκε πάνω από τον λυσσαλέο άνεμο. Ανακαλούσε στο μυαλό του τις στιγμές που τα πλήθη τον επευφημούσαν. Αν, δηλαδή, όλες αυτές δεν ήταν μνήμες του Λουζ Θέριν κι αν αυτός ο τύπος υπήρξε ποτέ αληθινός. Μια χρωματιστή αναλαμπή στα όρια της όρασης, η αίσθηση κάποιου που τον αγγίζει από πίσω. Συγκεντρώθηκε, καταβάλλοντας προσπάθεια.

Η σκηνή του συμβουλίου ήταν ένα τεράστιο κιόσκι με κόκκινες κι άσπρες ρίγες που κάποτε υψωνόταν στους Κάμπους του Μαρέντο, αλλά τώρα ξεπηδούσε καταμεσής του στρατοπέδου του Ραντ, κυκλωμένο από τριάντα βήματα γυμνής γης. Δεν υπήρχαν φρουροί εδώ, εκτός από τις περιπτώσεις που ο Ραντ συναντούσε τους ευγενείς. Όποιος προσπαθούσε να γλιστρήσει στο εσωτερικό, θα γινόταν αμέσως αντιληπτός από χίλια περίεργα μάτια. Τρία λάβαρα σε ψηλούς στύλους σχημάτιζαν ένα τρίγωνο γύρω από τη σκηνή: ο Ανατέλλων Ήλιος της Καιρχίν, οι Τρεις Ημισέληνοι του Δακρύου κι οι Χρυσές Μέλισσες του Ίλιαν. Πάνω από την πορφυρή στέγη, ψηλότερα απ’ όλα, στέκονταν το Λάβαρο του Δράκοντα και το Λάβαρο του Φωτός. Ο άνεμος τα ανάγκαζε να είναι ξεδιπλωμένα και να κυματίζουν άγρια, ενώ οι πάνινοι τοίχοι της σκηνής αναρριγούσαν στις ριπές του αέρα. Στο εσωτερικό, πολύχρωμα χαλιά με κρόσσια αποτελούσαν το πάτωμα κι η μόνη επίπλωση ήταν ένα τεράστιο τραπέζι, έντονα σκαλιστό κι επιχρυσωμένο, διακοσμημένο με φίλντισι και τυρκουάζ. Σωροί από ανάκατους χάρτες έκρυβαν σχεδόν την κορυφή του τραπεζιού.

Ο Τόρβαλ ανασήκωσε το κεφάλι του από τους χάρτες, έτοιμος προφανώς να κατσαδιάσει αυτόν που τον ενόχλησε. Μεσήλικας σχεδόν και ψηλότερος από τον καθένα εκτός από τον ίδιο τον Ραντ ή από κάποιον Αελίτη, κοίταξε με βλέμμα παγερό πάνω από την αδρή του μύτη, η οποία τρεμούλιαζε από αγανάκτηση. Ο Δράκοντας και το Ξίφος λαμπύριζαν στο πέτο του πανωφοριού του υπό το φως των φανών. Φορούσε ένα αστραφτερό μαύρο μεταξένιο πανωφόρι, κατάλληλο για άρχοντα. Το ξίφος του είχε ασημένιο πλαίσιο περιχυμένο με χρυσάφι, ενώ ένα αστραφτερό κόκκινο πετράδι στόλιζε την κορυφή της λαβής. Ένα άλλο λαμπύριζε με μια σκοτεινή απόχρωση στο δαχτυλίδι που φορούσε στο ένα του δάχτυλο. Ήταν αδύνατον να εκπαιδεύσεις τους άντρες να γίνουν πολεμικές μηχανές χωρίς να περιμένεις ένα ποσοστό αλαζονείας, ωστόσο ο Ραντ δεν συμπαθούσε διόλου τον Τόρβαλ. Από την άλλη, δεν είχε ανάγκη τη φωνή του Λουζ Θέριν για να υποψιάζεται οποιονδήποτε άντρα φορούσε μαύρο πανωφόρι. Πόσο μπορούσε, άραγε, να εμπιστευτεί ακόμα και τον ίδιο τον Φλιν; Εντούτοις, έπρεπε να ηγηθεί. Οι Άσα’μαν ήταν δικό του έργο, δική του ευθύνη.

Μόλις ο Τόρβαλ πρόσεξε τον Ραντ, ίσιωσε κάπως αδιάφορα το ανάστημά του και τον χαιρέτησε, αν κι η έκφρασή του δεν άλλαξε διόλου. Απέπνεε κάτι το περιφρονητικό, από την πρώτη κιόλας φορά που τον είχε δει ο Ραντ. «Άρχοντα Δράκοντα», είπε με τη χαρακτηριστική Ταραμπονέζικη προφορά, σαν να προσφωνούσε κάποιον ομότιμο. Ή σαν να φερόταν γενναιόδωρα απέναντι σε κάποιον κατώτερο. Η υπόκλιση του —πλήρης κομπορρημοσύνης— απευθυνόταν επίσης στον Χόπγουιλ και στον Ντασίβα. «Τα συγχαρητήρια μου για την κατάκτηση του Ίλιαν. Σπουδαία νίκη, ε; Κανονικά, θα έπρεπε να σου κάνω μια πρόποση με κρασί, αλλά αυτός εδώ ο νεαρός... Αφοσιωμένος... δεν φαίνεται να πολυκαταλαβαίνει από εντολές».

Από μια γωνία, ακούστηκε ο αμυδρός ήχος από τα ασημένια καμπανάκια που ήταν περασμένα στις άκρες των δύο μακρόστενων μαύρων πλεξούδων του Ναρίσμα, καθώς ο άντρας μετακινήθηκε. Ο ήλιος του Νότου είχε σκουρύνει την επιδερμίδα του, αλλά κάποια άλλα πράγματα επάνω του δεν είχαν αλλάξει. Ήταν μεγαλύτερος του Ραντ, αν και το πρόσωπό του τον έκανε να μοιάζει νεότερος του Χόπγουιλ, μα το αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλά του υποδήλωνε θυμό, όχι αμηχανία. Το καμάρι του για το προσφάτως κερδισμένο Ξίφος πάνω στο πέτο του ήταν γαλήνιο αλλά πολύ βαθύ. Ο Τόρβαλ τού χαμογέλασε με ένα χαμόγελο αργό, ευχαρίστησης και κινδύνου ταυτόχρονα. Ο Ντασίβα γέλασε σαν να γάβγιζε, κι έμεινε ακίνητος.

«Τι κάνεις εδώ, Τόρβαλ;» ρώτησε τραχιά ο Ραντ. Έριξε πάνω στους χάρτες το Σκήπτρο του Δράκοντα και τα μεταλλικά γάντια του, ακολουθούμενα από τη ζώνη του και το θηκαρωμένο σπαθί. Σε αυτούς τους χάρτες που ο Τόρβαλ δεν είχε καμιά δουλειά να μελετά. Η φωνή του Λουζ Θέριν ήταν αχρείαστη.