Ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του, ο Τόρβαλ έβγαλε από την τσέπη του πανωφοριού του ένα γράμμα και το έδωσε στον Ραντ. «Ο Μ’Χαήλ στέλνει αυτό». Το χαρτί ήταν λευκό σαν το χιόνι και παχύ, ενώ η σφραγίδα έδειχνε έναν δράκοντα πεπιεσμένο πάνω σε ένα μεγάλο ωοειδές σχήμα από μπλε κερί, που έλαμπε με χρυσές νιφάδες. Το γράμμα θα μπορούσε να προέρχεται κι από τον ίδιον τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Ο Τάιμ είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. «Ο Μ’Χαήλ είπε να σου αναφέρω πως οι ιστορίες που άκουσες σχετικά με τον στρατό των Άες Σεντάι στο Μουράντυ είναι αληθινές. Οι φήμες λένε πως πρόκειται για στασιαστές ενάντια στην Ταρ Βάλον» —ο καγχασμός του Τόρβαλ έγινε εντονότερος κι ο σκεπτικισμός του πιο έκδηλος— «που βαδίζουν εναντίον του Μαύρου Πύργου. Σύντομα θα αποτελούν κίνδυνο, έτσι δεν είναι;»
Ο Ραντ τσάκισε με τα δάχτυλα του την υπέροχη σφραγίδα. «Κατευθύνονται στο Κάεμλυν, όχι στον Μαύρο Πύργο, και δεν αποτελούν απειλή. Οι διαταγές μου ήταν σαφείς. Αφήστε ήσυχες τις Άες Σεντάι, αλλιώς θα σας πάρουν στο κατόπι».
«Πώς, όμως, είσαι σίγουρος ότι δεν αποτελούν απειλή;» επέμεινε ο Τόρβαλ. «Μπορεί να κατευθύνονται στο Κάεμλυν, όπως είπες, αλλά αν κάνεις λάθος, δεν θα το ξέρουμε πριν μας επιτεθούν».
«Ίσως να έχει δίκιο ο Τόρβαλ», παρενέβη ο Ντασίβα, σκεφτικός. «Δύσκολα θα εμπιστευόμουν γυναίκες που με έβαλαν σε ένα κουτί, κι αυτές εδώ δεν έχουν πάρει καν κανέναν όρκο. Ή μήπως όχι;»
«Είπα να τις αφήσετε ήσυχες!» Ο Ραντ χτύπησε με το χέρι του δυνατά την επιφάνεια του τραπεζιού κι ο Χόπγουιλ αναπήδησε τρομαγμένος. Ο Ντασίβα συνοφρυώθηκε εκνευρισμένος, αλλά κατέπνιξε βιαστικά τα συναισθήματά του, καθότι ο Ραντ δεν έδινε δεκάρα για τη διάθεση που βρισκόταν. Εντελώς τυχαία —κι ήταν απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό— το χέρι του πήγε στο Σκήπτρο του Δράκοντα. Έτρεμε από την επιθυμία να το τραβήξει και να τρυπήσει την καρδιά του Τόρβαλ. Κι ο Λουζ Θέριν ήταν εντελώς αχρείαστος. «Οι Άσα’μαν δεν είναι παρά ένα όπλο που στοχεύει όπου του ζητήσω, όχι ένα τσούρμο που τριγυρνά από δω κι από κει σαν τις κότες κάθε φορά που ο Τάιμ τρομοκρατείται από μια χούφτα Άες Σεντάι, οι οποίες τυχαίνει να τρώνε στο ίδιο πανδοχείο μ’ εκείνον. Αν χρειαστεί, μπορώ να γίνω ακόμα πιο σαφής».
«Δεν νομίζω πως είναι ανάγκη», είπε ο Τόρβαλ βιαστικά. Να, λοιπόν, και κάτι που είχε κατορθώσει να σβήσει από τα χείλη του αυτό το στραβό χαμόγελο. Έχοντας τα μάτια κλειστά, άπλωσε τα χέρια του μπροστά, διστακτικά σχεδόν, σαν να απολογούνταν. Ήταν ολοφάνερο πως είχε τρομοκρατηθεί. «Το μόνο που επιθυμούσε ο Μ’Χαήλ ήταν να σε ενημερώσει. Οι διαταγές σου διαβάζονται δυνατά κάθε πρωί στις Πρωινές Οδηγίες, αμέσως μετά το Σύμβολο της Πίστεως».
«Καλώς, λοιπόν». Ο Ραντ διατήρησε τη φωνή του ήρεμη και το πρόσωπό του ανεπηρέαστο από την κατήφεια με μεγάλη προσπάθεια. Ώστε, τον πολύτιμό του Μ’Χαήλ φοβόταν ο άντρας, όχι τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Ο φοβισμένος Τάιμ θα ένιωθε πολύ άσχημα, αν έλεγε κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο Ραντ επάνω του. «Γιατί θα σκοτώσω οποιονδήποτε από εσάς που θα πλησιάσει αυτές τις γυναίκες στο Μουράντυ. Θα ακολουθείτε τον δρόμο που δείχνω εγώ».
Ο Τόρβαλ έκανε μια άκαμπτη υπόκλιση και μουρμούρισε: «Όπως επιθυμείς, Άρχοντα Δράκοντα». Τα δόντια του ήταν γυμνωμένα σε μια προσποίηση χαμόγελου, αλλά η μύτη του ανασηκωμένη, και προσπαθούσε να αποφύγει τις ματιές όσων ήταν γύρω του, αν και δεν φαινόταν να τα καταφέρνει. Ο Ντασίβα κατέπνιξε άλλο ένα γελάκι κι ο Χόπγουιλ χασκογέλασε ελαφρώς.
Ο Ναρίσμα, ωστόσο, δεν έμοιαζε να απολαμβάνει την άβολη κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί ο Τόρβαλ, ούτε και να δίνει πολλή σημασία. Κοιτούσε τον Ραντ δίχως να βλεφαρίζει, λες και διαισθανόταν υπόγεια ρεύματα, ανεξιχνίαστα για τους άλλους. Οι περισσότερες γυναίκες —αλλά και κάμποσοι άντρες— δεν τον θεωρούσαν παρά ένα χαριτωμένο αγόρι, όμως αυτά τα μεγάλα μάτια έμοιαζαν μερικές φορές να γνωρίζουν περισσότερα από τον καθένα.
Ο Ραντ τράβηξε το χέρι του από το Σκήπτρο του Δράκοντα κι άνοιξε το γράμμα με μία ανάλαφρη κίνηση. Τα χέρια του δεν έτρεμαν πια. Ο Τόρβαλ χαμογέλασε αδύναμα και ξινά, χωρίς να παρατηρήσει τίποτα. Ο Ναρίσμα μετακινήθηκε και χαλάρωσε πάνω στο υφασμάτινο τοίχωμα της σκηνής.
Τα δροσιστικά κατέφθασαν, φερμένα από μια επίσημη πομπή που ακολουθούσε την Μπόριαν, μια σειρά Ιλιανών, Καιρχινών και Δακρυνών ντυμένων με τις διάφορες λιβρέες τους. Ένας υπηρέτης κουβαλούσε έναν ασημένιο δίσκο και μια κανάτα για κάθε είδος κρασιού, ενώ άλλοι δύο κρατούσαν δίσκους με ασημένιες κούπες για ζεστό παντς κι αρωματικά κρασιά, καθώς και καλοφτιαγμένα κύπελλα για τους υπόλοιπους. Ένας τύπος με ροδαλό πρόσωπο και πρασινοκίτρινη φορεσιά κουβαλούσε τον δίσκο σερβιρίσματος, ενώ μια μελαψή γυναίκα με χρυσόμαυρη ενδυμασία είχε αναλάβει τις κανάτες. Υπήρχαν ξηροί καρποί και ζαχαρωμένα φρούτα, τυρί κι ελιές, και κάθε είδος φαγητού απαιτούσε και τον αντίστοιχο υπηρέτη, άντρα ή γυναίκα. Υπό την καθοδήγηση της Μπόριαν, το προσωπικό άρχισε έναν εθιμοτυπικό χορό, σαν μια ροή υποκλίσεων, με τον έναν υπηρέτη να παραχωρεί τη θέση του στον επόμενο καθώς πρόσφεραν τα εδέσματα στους παρευρισκομένους.