Ένα δεύτερο κομμάτι από αχλάδι γλασέ έπεσε από τα χέρια του Τόρβαλ λίγο πριν φτάσει στο στόμα του, λερώνοντας το μπροστινό μέρος του όμορφου πανωφοριού του. «Μια τέτοια προσπάθεια πιθανόν να έχει σχέση και με τη στρατολόγηση», είπε αργά. «Αυτοί που λιποτακτούν συνήθως δεν το ανακοινώνουν».
Ο Ραντ κράτησε το βλέμμα του άλλου άντρα για κάμποση ώρα. «Πόσες απώλειες υπάρχουν στην εκπαίδευση;» απαίτησε να μάθει. Ο Άσα’μαν με τη μυτερή μύτη δίστασε. «Πόσες;»
Ο Ναρίσμα έσκυψε μπροστά και κοίταξε έντονα τον Τόρβαλ. Το ίδιο κι ο Χόπγουιλ. Οι υπηρέτες συνέχιζαν τον απαλό και σιωπηλό χορό τους, προσφέροντας τους δίσκους τους στους άντρες, οι οποίοι δεν τους έδινα πια την παραμικρή σημασία. Η Μπόριαν εκμεταλλεύτηκε το ότι ο Ναρίσμα είχε στραμμένη αλλού την προσοχή του για να σιγουρευτεί κατά πόσον η ασημένια του κούπα περιείχε πιότερο ζεστό νερό παρά αρωματισμένο κρασί.
Ο Τόρβαλ ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Πενήντα μία, όλες κι όλες. Δεκατρείς πέθαναν από εξάντληση κι είκοσι οκτώ έμειναν στον τόπο. Οι υπόλοιποι... Ο Μ’Χαήλ έβαλε κάτι στο κρασί τους και δεν ξύπνησαν ποτέ». Ξαφνικά, ο τόνος της φωνής του έγινε κακόβουλος. «Μπορεί να συμβεί ξαφνικά, οποιαδήποτε ώρα και στιγμή. Τη δεύτερη μέρα κιόλας, ο άντρας αρχίζει να ουρλιάζει ότι περπατούν αράχνες κάτω από το δέρμα του». Χαμογέλασε με εμπάθεια στον Ναρίσμα και στον Χόπγουιλ, ακόμα και στον Ραντ σχεδόν, αλλά απευθύνθηκε περισσότερο στους άλλους δύο, κοιτώντας πότε τον έναν και πότε τον άλλον. «Βλέπεις; Μην ανησυχείς αν σε καταλάβει η τρέλα. Δεν πρόκειται να κάνεις κακό ούτε στον εαυτό σου ούτε σε κανέναν. Απλώς, θα κοιμηθείς... για πάντα. Πολύ πιο στοργικό από το να σε ειρηνέψουν, ακόμα κι αν ξέραμε τον τρόπο. Και πολύ πιο φιλεύσπλαχνο από το να σε αφήσουν τρελό κι αποκομμένο, έτσι δεν είναι;» Ο Ναρίσμα τού ανταπέδωσε το βλέμμα, τεταμένος σαν χορδή τόξου, με την κούπα ξεχασμένη στο χέρι του. Ο Χόπγουιλ, για άλλη μια φορά, κοιτούσε συνοφρυωμένος κάτι που μόνο ο ίδιος μπορούσε να δει.
«Φιλεύσπλαχνο», είπε ο Ραντ με επίπεδη φωνή, ακουμπώντας την κούπα δίπλα του, πάνω στο τραπέζι. Κάτι υπήρχε στο κρασί. Η ψυχή μου είναι μαύρη από το αίμα, καταραμένη. Η σκέψη δεν ήταν ούτε σκληρή, ούτε πικρή, ούτε δυσάρεστη. Ήταν μια απλή δήλωση ενός γεγονότος. «Το έλεος που κάθε άνθρωπος επιθυμεί, Τόρβαλ».
Το άσπλαχνο χαμόγελο του Τόρβαλ χάθηκε κι ο άντρας απέμεινε να αναπνέει βαριά. Ήταν εύκολο να βγάλεις μια συνολική εικόνα. Ένας στους δέκα άντρες κατεστραμμένος, ένας στους πενήντα παρανοϊκός, και σίγουρα θα υπήρχαν κι άλλα κρούσματα. Ήταν νωρίς ακόμα για να πεις αν μέχρι το τέλος της ζωής σου την είχες γλιτώσει. Μόνο που τελικά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δεν τη γλίτωνες. Αν μη τι άλλο, αυτό αποτελούσε απειλή και για τον ίδιον τον Τόρβαλ.
Ξαφνικά, ο Ραντ συνειδητοποίησε την παρουσία της Μπόριαν. Του πήρε μια στιγμή προτού αντιληφθεί την έκφραση στο πρόσωπό της, κι όταν την αντιλήφθηκε, συγκράτησε την ψυχρότητά του. Πώς τολμούσε να αισθάνεται οίκτο; Μήπως νόμιζε πως η Τάρμον Γκάι’ντον θα κερδιζόταν δίχως να χυθεί αίμα; Οι Προφητείες του Δράκοντα απαιτούσαν το αίμα να πέφτει σαν βροχή!
«Άφησέ μας», της είπε κι εκείνη μάζεψε ήσυχα τους υπηρέτες. Καθώς όμως τους οδηγούσε έξω, η συμπόνια δεν χάθηκε από το βλέμμα της.
Ο Ραντ κοίταξε τριγύρω, ψάχνοντας κάποιον τρόπο να αλλάξει τη βαριά ατμόσφαιρα, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Ο οίκτος εξασθένιζε το ίδιο εύκολα όσο κι ο φόβος, αλλά έπρεπε να φανούν δυνατοί. Για να αντιμετωπίσουν όσα τους μέλλονταν, έπρεπε όλοι να ατσαλώσουν τους εαυτούς τους. Ήταν δικό του έργο, δική του ευθύνη.
Χαμένος στις σκέψεις του, ο Ναρίσμα κοιτούσε αφηρημένα τον αχνό από το κρασί του, ενώ ο Χόπγουιλ πάσχιζε ακόμα να διαπεράσει με τη ματιά του τον υφασμάτινο τοίχο της σκηνής. Ο Τόρβαλ λοξοκοίταζε τον Ραντ προσπαθώντας να επαναφέρει στο πρόσωπό του εκείνο το περιφρονητικό, στραβό χαμόγελο. Μονάχα ο Ντασίβα έμοιαζε ανεπηρέαστος, έχοντας τα χέρια του σταυρωτά και κοιτώντας τον Τόρβαλ εξεταστικά, σαν να ήταν άλογο έτοιμο προς πώληση.
Η άβολη και μακρά σιωπή διακόπηκε από έναν γεροδεμένο κι ανεμοδαρμένο νεαρό, ντυμένο στα μαύρα, που είχε στο πέτο του το Ξίφος και τον Δράκοντα. Συνομήλικος με τον Χόπγουιλ, αν και στα πιο πολλά μέρη δεν θα θεωρούνταν αρκετά μεγάλος για παντρειά, ο Φέντγουιν Μορ ήταν έντονα συναισθηματικός. Περπατούσε στις μύτες των ποδιών του κι η ματιά του θύμιζε ματιά αίλουρου που ήξερε πως κι αυτός θα κυνηγηθεί με τη σειρά του. Κάποτε, όχι πολύ καιρό πριν, ήταν διαφορετικός. «Οι Σωντσάν θα φύγουν σύντομα από το Έμπου Νταρ», είπε καθώς χαιρετούσε. «Σκοπεύουν να χτυπήσουν το Ίλιαν». Ο Χόπγουιλ ανακάθισε αποτραβηγμένος από τους σκοτεινούς του συλλογισμούς κι ένιωσε να του κόβεται η ανάσα. Για άλλη μια φορά, η αντίδραση του Ντασίβα ήταν να γελάσει, πικρόχολα αυτήν τη φορά.