Выбрать главу

Νεύοντας καταφατικά, ο Ραντ πήρε στα χέρια του το Σκήπτρο του Δράκοντα. Στο κάτω-κάτω, ο λόγος που το κουβαλούσε ήταν για να του υπενθυμίζει κάτι. Οι Σωντσάν χόρευαν στον δικό τους σκοπό, όχι σε αυτόν που επιθυμούσε ο ίδιος.

Μπορεί ο Ραντ να παρέμεινε σιωπηλός με τα μαντάτα, αλλά ο Τόρβαλ όχι. Κατόρθωσε να καγχάσει και σήκωσε περιφρονητικά το ένα του φρύδι. «Στο είπαν οι ίδιοι;» είπε σαρκαστικά. «Ή μήπως έμαθες να διαβάζεις τα μυαλά των ανθρώπων; Θα σου πω κάτι, αγόρι μου. Πολέμησα ενάντια σε πολλούς εχθρούς, Αμαδισιανούς και Ντομανούς, και σε πληροφορώ πως κανένας στρατός δεν καταλαμβάνει μια πόλη κι έπειτα τα μαζεύει και φεύγει για να πάει χίλια μίλια μακριά! Περισσότερα από χίλια μίλια! Ή μήπως νομίζεις ότι μπορούν να Ταξιδέψουν;»

Ο Μορ αντιμετώπισε με ηρεμία τα ειρωνικά λόγια του Τόρβαλ. Ακόμα κι αν τον ενόχλησαν όμως, δεν το έδειξε, παρά μόνο διατρέχοντας με τον αντίχειρα του τη μακρόστενη λαβή του ξίφους του. «Όντως μίλησα με μερικούς από δαύτους. Οι περισσότεροι είναι Ταραμπονέζοι και κάθε μέρα έρχονται όλο και πιο πολλοί μέσω θαλάσσης». Προσπέρασε τον Τόρβαλ κατευθυνόμενος στην άλλη άκρη του τραπεζιού και κοίταξε τον Ταραμπονέζο ως ίσος προς ίσο. «Τρέχουν όλοι τους σαν τις μύγες στο μέλι μόλις ακούσουν κάποιον λαοπλάνο να ανοίγει το στόμα του». Ο γηραιότερος άντρας άνοιξε το δικό του γεμάτος θυμό, αλλά ο νεαρός στράφηκε απότομα προς το μέρος του Ραντ. «Έφεραν στρατό σε όλο το μήκος των Ορέων Βενίρ. Τους φέρνουν κατά ομάδες των πεντακοσίων αντρών, καμιά φορά και των χιλίων. Βρίσκονται ήδη καθ’ οδόν προς την Κεφαλή του Άραν κι αγοράζουν ή παίρνουν δια της βίας κάθε άμαξα και κάθε καρότσα σε ακτίνα είκοσι λευγών από το Έμπου Νταρ, όπως επίσης και ζώα για να τις σέρνουν».

«Καρότσες!» αναφώνησε ο Τόρβαλ. «Άμαξες! Μήπως σκοπεύουν να στήσουν κανένα παζάρι; Και ποιος τρελός θα περνούσε έναν ολόκληρο στρατό μέσα από τα βουνά, από τη στιγμή που υπάρχουν τέλειοι δρόμοι;» Παρατήρησε πως ο Ραντ τον κοιτούσε και δεν συνέχισε. Φάνηκε βλοσυρός και, ξαφνικά, αβέβαιος.

«Σου είπα να παραμείνεις διακριτικός, Μορ». Ο Ραντ άφησε ένα ψήγμα θυμού να φανεί στον τόνο της φωνής του. Ο νεαρός Άσα’μαν έκανε ένα βήμα πίσω καθώς κατέβαινε από το τραπέζι. «Δεν σου είπα να πας να ρωτήσεις τους Σωντσάν ποια είναι τα σχέδιά τους. Απλώς έπρεπε να παρατηρείς και να παραμείνεις διακριτικός».

«Ήμουν προσεκτικός. Δεν φορούσα τα εμβλήματα». Ο Μορ κοίταξε τον Ραντ με τον ίδιο τρόπο που κοιτούσε και τους άλλους, έχοντας το βλέμμα του θηρευτή και του θηράματος ταυτόχρονα. Έμοιαζε να βράζει μέσα του. Αν ο Ραντ δεν είχε επίγνωση του τι συνέβαινε, θα νόμιζε πως ο Μορ κατείχε τη Δύναμη και πάλευε να επιβιώσει από το σαϊντίν, παρ’ όλο που αυτό του πρόσφερε δέκα φορές περισσότερη ζωή. Λίγο ακόμα και θα άρχιζε να ιδρώνει. «Αν κάποιοι από τους άντρες με τους οποίους μίλησα γνώριζαν πού επρόκειτο να κατευθυνθούν δεν έκαναν την παραμικρή νύξη, ούτε κι εγώ τους ρώτησα, αλλά μια κούπα μπύρα ήταν αρκετή για να μάθεις ότι ο στρατός προχωρούσε διαρκώς, χωρίς σταματημό. Στο Έμπου Νταρ, ρουφούσαν την μπύρα μέχρι τελευταίας ρανίδας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, γιατί είπαν πως έπρεπε να ξεκινήσουν ξανά. Κι, όπως είπα και πριν, μάζευαν άμαξες από παντού». Τα λόγια βγήκαν βιαστικά από το στόμα του κι, αφού τελείωσε, το σφράγισε, σαν να προσπαθούσε να παγιδεύσει τις λέξεις που ήθελαν απεγνωσμένα να ξεπηδήσουν ανάμεσα από τα δόντια του.

Με ένα απρόσμενο χαμόγελο, ο Ραντ τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. «Καλά τα πήγες. Και μόνο για τις άμαξες να ανέφερες ήταν αρκετό, αλλά σε γενικές γραμμές τα πήγες καλά. Οι άμαξες είναι πολύ σημαντικές», συνέχισε στρεφόμενος προς το μέρος του Τόρβαλ. «Αν ένας στρατός προμηθεύεται τρόφιμα από την περιοχή που βρίσκεται, οι άντρες τρώνε ό,τι βρουν μπροστά τους. Αν όχι, δεν τρώνε τίποτα». Ο Τόρβαλ ούτε καν τρεμόπαιξε τα βλέφαρά του ακούγοντας για τους Σωντσάν στο Έμπου Νταρ. Αν τα νέα είχαν φτάσει στον Μαύρο Πύργο, γιατί δεν το είχε αναφέρει ο Τάιμ; Ο Ραντ ήλπιζε πως το χαμόγελό του δεν έμοιαζε με γρύλισμα. «Είναι δύσκολο να βρεις μεταφορικά μέσα για τις προμήθειές σου, αλλά όταν τα έχεις στη διάθεσή σου, ξέρεις πως ανά πάσα στιγμή υπάρχει τροφή για τα ζώα και φασόλια για τους άντρες. Οι Σωντσάν είναι ιδιαίτερα οργανωτικοί».

Ψαχούλεψε ανάμεσα στους χάρτες, βρήκε αυτόν που ήθελε και τον άπλωσε στο τραπέζι, στηρίζοντάς τον στη μια άκρη με το ξίφος του και στην άλλη με το Σκήπτρο του Δράκοντα. Απλωμένη μπροστά του βρισκόταν η ακτή ανάμεσα στο Ίλιαν και στο Έμπου Νταρ, στεφανωμένη στο μεγαλύτερο μήκος της από λόφους και βουνά, στιγματισμένη εδώ κι εκεί με ψαροχώρια και μικρές πόλεις. Πράγματι, οι Σωντσάν ήταν ιδιαίτερα οργανωτικοί. Το Έμπου Νταρ ήταν δικό τους κάτι παραπάνω από μία εβδομάδα, αλλά οι κατάσκοποι των εμπόρων μιλούσαν για επισκευές που γίνονταν στην πόλη από τις ζημιές που είχαν προκληθεί κατά την κατάληψή της, για καθαρά θεραπευτήρια που στήθηκαν για τους αρρώστους, για φαγητό και για δουλειές που μοιράστηκαν στους απόρους και σ’ αυτούς που έχασαν τα σπίτια τους από τις διαμάχες στο εσωτερικό. Στους δρόμους και τα περίχωρα υπήρχαν συνεχείς περίπολοι μέρα νύχτα, έτσι που κανείς να μη φοβάται τους ληστές και τους συμμορίτες και, μολονότι οι έμποροι ήταν ευπρόσδεκτοι, το λαθρεμπόριο είχε περιοριστεί δραστικά. Αυτοί οι τίμιοι Ιλιανοί έμποροι κοιτούσαν με μισό μάτι το θέμα του λαθρεμπορίου. Τι να σκάρωναν τώρα, άραγε, οι Σωντσάν;