Οι υπόλοιποι μαζεύτηκαν γύρω από το τραπέζι καθώς ο Ραντ μελετούσε τον χάρτη. Ελάχιστοι δρόμοι υπήρχαν στο μήκος της παραλίας, περισσότερο ξεκομμένα και κακοτράχαλα μονοπάτια για καρότσες. Οι φαρδιές εμπορικές λεωφόροι απλώνονταν στο εσωτερικό, έτσι ώστε να αποφεύγουν τα τραχιά εδάφη και τις προσφορές της Θάλασσας των Καταιγίδων. «Οι επιδρομείς αυτών εδώ των βουνών θα δυσκόλευαν οποιονδήποτε θα προσπαθούσε να κάνει χρήση των δρόμων της ενδοχώρας», είπε τελικά. «Ελέγχοντας τα βουνά, τα μονοπάτια αυτά γίνονται ασφαλέστερα κι από τους δρόμους μιας πόλης. Έχεις δίκιο, Μορ. Κατευθύνονται στο Ίλιαν».
Γέρνοντας πάνω στις γροθιές του, ο Τόρβαλ αγριοκοίταξε τον Μορ, ο οποίος είχε δίκιο εκεί που ο άλλος είχε άδικο. Στα κατάστιχα του Τόρβαλ αυτό καταγραφόταν ως επαχθές αμάρτημα. «Ακόμα κι έτσι όμως, θα περάσουν μήνες προτού αποτελέσουν πρόβλημα», είπε δύσθυμα. «Εκατό Άσα’μαν, ίσως και πενήντα μόνο, τοποθετημένοι στο Ίλιαν, θα μπορούσαν να καταστρέψουν οποιονδήποτε στρατό πριν ο πρώτος άντρας προλάβει να περάσει το μονοπάτι».
«Αμφιβάλλω αν μια στρατιά νταμέην μπορεί να καταστραφεί τόσο εύκολα όσο οι Αελίτες που επιτίθενται και βρίσκονται προ εκπλήξεως», απάντησε ήρεμα ο Ραντ κι ο Τόρβαλ το βούλωσε. «Επιπλέον, πρέπει να υπερασπιστώ ολόκληρο το Ίλιαν κι όχι μόνο την πόλη».
Αγνοώντας τον άλλο άντρα, ο Ραντ διέτρεξε με το δάχτυλό του τις γραμμές του χάρτη. Ανάμεσα στην Κεφαλή του Άραν και την πόλη του Ίλιαν απλώνονταν εκατό λεύγες ανοικτής θάλασσας, στο στόμιο της Αβύσσου του Κάμπαλ όπου, όπως έλεγαν οι καπεταναίοι του Ίλιαν, οι βαθύτερες βολιδοσκοπήσεις τους δεν έβρισκαν βυθό μόλις ένα μίλι —ή περίπου— από την ακτή. Τα κύματα εκεί μπορούσαν να αναποδογυρίζουν τα πλοία, καθώς εφορμούσαν βόρεια για να σκάσουν στην ακτή, πάνω στους θραύστες που είχαν ύψος δεκαπέντε πόδια. Με αυτόν τον καιρό, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα. Για να βαδίσουν γύρω από την Αβυσσο, έπρεπε να διανύσουν μια πορεία διακοσίων λεύγων μέχρι να φτάσουν στην πόλη, ακόμα κι αν έκοβαν δρόμο, αλλά αν οι Σωντσάν τούς επιτίθονταν από την Κεφαλή του Άραν, θα έφταναν στα σύνορα μέσα σε δύο βδομάδες παρά τις καταιγίδες. Ίσως και λιγότερο. Καλύτερα να πολεμούσαν σε σημείο που θα διάλεγε ο ίδιος παρά εκείνοι. Το δάχτυλο του γλίστρησε κατά μήκος της νότιας ακτής της Αλτάρα, στο μήκος της οροσειράς Βενίρ, μέχρι το σημείο που τα βουνά ζάρωναν και γίνονταν λόφοι, λίγο πριν από το Έμπου Νταρ. Πεντακόσιοι εδώ, χίλιοι εκεί. Μια βασανιστική σειρά από μικρές κουκίδες, τοποθετημένες κατά μήκος των οροσειρών. Ένα αιφνιδιαστικό χτύπημα ίσως να τους γύριζε στο Έμπου Νταρ, ίσως και να τους ανάγκαζε να παραμείνουν εκεί ενώ θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τι σκόπευε να κάνει. Ή...
«Υπάρχει και κάτι άλλο», είπε ξαφνικά ο Μορ κι άρχισε πάλι να μιλάει βιαστικά. «Ακούστηκε κάτι για κάποιο είδος όπλου των Άες Σεντάι. Ανακάλυψα πού χρησιμοποιήθηκε, λίγα μίλια μακριά από την πόλη. Όλο το έδαφος είχε καεί και σε μια έκταση τουλάχιστον τρακοσίων βημάτων ήταν καψαλισμένο, ενώ λίγο πιο πέρα όλα τα οπωροφόρα δέντρα είχαν καταστραφεί. Η άμμος είχε λιώσει κι είχε γίνει γυαλί. Το σαϊντίν ήταν χειρότερο στο μέρος εκείνο».
Ο Τόρβαλ έκανε μια αποπεμπτική χειρονομία προς το μέρος του νεαρού. «Θα πρέπει να υπήρχαν Άες Σεντάι εκεί κοντά όταν έπεσε η πόλη, έτσι δεν είναι; Ίσως, πάλι, να το έκαναν οι ίδιοι οι Σωντσάν. Μια αδελφή που έχει στην κατοχή της ένα ανγκριάλ θα μπορούσε να—»
Ο Ραντ τον διέκοψε. «Τι εννοείς, όταν λες ότι το σαϊντίν ήταν χειρότερο σ’ εκείνο το μέρος;» Ο Ντασίβα κινήθηκε ρίχνοντας παράξενες ματιές στον Μορ, λες κι ήταν έτοιμος να τον αρπάξει. Ο Ραντ, όμως, τον απομάκρυνε απότομα. «Τι εννοείς, Μορ;»
Ο Μορ τους κοιτούσε, με το στόμα του ερμητικά κλειστό, ενώ ο αντίχειράς του διέτρεχε την έκταση της λαβής του ξίφους του. Η ενδόμυχη έξαψή του έμοιαζε έτοιμη να ξεπηδήσει στην επιφάνεια. Ο ιδρώτας τώρα έφτιαχνε κόμπους στο πρόσωπό του. «Το σαϊντίν στο μέρος εκείνο ήταν... παράξενο», είπε βραχνά. Τα λόγια του έβγαιναν ορμητικά. «Ήταν χειρότερο — το... το αισθανόμουν στον αέρα, γύρω μου... αλλά ήταν παράξενο παντού στο Έμπου Νταρ, ακόμα κι εκατό μίλια μακρύτερα. Έπρεπε να το πολεμήσω. Δεν ήταν το ίδιο πάντα. Διέφερε, σαν να ήταν ζωντανό. Μερικές φορές... μερικές φορές δεν έκανε αυτό που ήθελα. Υπήρχαν φορές που... έκανε κάτι άλλο. Αλήθεια. Δεν είμαι τρελός! Το έκανε!» Οι ριπές του ανέμου ούρλιαξαν για μια στιγμή, σείοντας τους πάνινους τοίχους της σκηνής, κι ο Μορ σώπασε. Τα καμπανάκια του Ναρίσμα κουδούνισαν, καθώς τίναξε το κεφάλι του, κι έπειτα σώπασαν κι αυτά.