«Δεν είναι δυνατόν», μουρμούρισε μέσα στη σιωπή ο Ντασίβα, μέσα από τα δόντια του σχεδόν. «Δεν είναι δυνατόν».
«Ποιος μπορεί να ξέρει τι είναι δυνατόν και τι όχι;» είπε ο Ραντ. «Εγώ, πάντως, όχι! Εσύ;» Το κεφάλι του Ντασίβα τινάχτηκε έκπληκτο, αλλά ο Ραντ είχε στραφεί προς το μέρος του Μορ, μετριάζοντας τον τόνο της φωνής του. «Μην ανησυχείς, νεαρέ». Δεν κατόρθωσε να του μιλήσει κάπως ήπια, αλλά ήλπιζε πως του έδινε κουράγιο. Ήταν δικό του έργο, δική του ευθύνη. «Θα είσαι μαζί μου μέχρι την Τελευταία Μάχη. Σ’ το υπόσχομαι».
Ο νεαρός άντρας ένευσε καταφατικά και πέρασε το χέρι του πάνω στο πρόσωπό του, εμβρόντητος λες που είχε μουσκέψει. Κατόπιν, έριξε μια ματιά στον Τόρβαλ που είχε πετρώσει. Άραγε, ο Μορ γνώριζε κάτι για το κρασί; Δεδομένων όλων των εναλλακτικών λύσεων, ήταν ένα είδος οίκτου. Πικρού και λιγοστού οίκτου.
Ο Ραντ πήρε στα χέρια του το γράμμα του Τάιμ, δίπλωσε τη σελίδα και το έριξε στην τσέπη του πανωφοριού του. Ένας στους πενήντα ήταν ήδη τρελός και θα ακολουθούσαν περισσότεροι. Άραγε, ο επόμενος ήταν ο Μορ; Ο Ντασίβα δεν απείχε και πολύ. Το πλάνο βλέμμα του Χόπγουιλ αποκτούσε καινούργιο νόημα, όπως επίσης κι η παραδοσιακή σιωπή του Ναρίσμα. Όταν παραφρονείς, δεν σημαίνει ότι διαρκώς ουρλιάζεις για αράχνες. Κάποτε, με μεγάλη επιφύλαξη και γνωρίζοντας την εγκυρότητα των απαντήσεων, είχε ρωτήσει με ποιον τρόπο μπορούσε να εξαγνίσει το μίασμα του σαϊντίν. Ως απάντηση έλαβε έναν γρίφο. Ο Χέριντ Φελ ισχυριζόταν πως ο γρίφος αφορούσε σε «αλάθητους κανόνες που εφαρμόζονταν τόσο στην ανώτερη όσο και στη φυσική φιλοσοφία», αλλά ο Ραντ δεν έβλεπε με ποιον τρόπο μπορούσαν να εφαρμοστούν στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Μήπως ο Φελ είχε σκοτωθεί επειδή είχε βρει τη λύση του αινίγματος; Ο Ραντ είχε μια υποψία —ή έτσι πίστευε— μια εικασία που θα μπορούσε να αποδειχτεί καταστροφικό λάθος. Οι εικασίες κι οι γρίφοι δεν αποτελούσαν απάντηση, ωστόσο κάτι έπρεπε να κάνει. Αν το μίασμα δεν μπορούσε να εξαγνιστεί με κάποιον τρόπο, η Τάρμον Γκάι’ντον θα έβρισκε έναν κόσμο ήδη αφανισμένο από τους παράφρονες. Ό,τι ήταν να γίνει, έπρεπε να γίνει.
«Θα ήταν θαυμάσιο», είπε ο Τόρβαλ ψιθυρίζοντας σχεδόν, «αλλά ποιος άλλος εκτός από τον ίδιο τον Δημιουργό θα μπορούσε να...» Έκοψε στη μέση τη φράση του, ανήσυχος.
Ο Ραντ δεν συνειδητοποίησε πως είχε εκφράσει φωναχτά τις σκέψεις του. Οι ματιές του Ναρίσμα, του Μορ και του Χόπγουιλ φάνταζαν ομοιόμορφες, αστράφτοντας με ξαφνική ελπίδα. Ο Ντασίβα έμοιαζε ζαλισμένος. Ο Ραντ ήλπισε να μην είχε αποκαλύψει πολλά. Κάποια μυστικά πρέπει να παραμένουν μυστικά. Συμπεριλαμβανομένου αυτού που θα έκανε μετά.
Εν τάχει, ο Χόπγουιλ έτρεχε προς το άλογό του για να καλπάσει στην κορυφογραμμή και να μεταφέρει τις διαταγές στους ευγενείς, ο Μορ κι ο Ντασίβα έπρεπε να βρουν τον Φλιν και τους άλλους Άσα’μαν, ενώ ο Τόρβαλ θα Ταξίδευε προς τον Μαύρο Πύργο με τις αντίστοιχες διαταγές για τον Τάιμ. Ο Ναρίσμα έμεινε τελευταίος κι ο Ραντ, αναλογιζόμενος τις Άες Σεντάι, τους Σωντσάν και τα όπλα, τον άφησε να φύγει με προσεκτικές οδηγίες, που έκαναν το στόμα του νεαρού άντρα να σφιχτεί.
«Μην πεις τίποτα σε κανέναν», ολοκλήρωσε ήπια ο Ραντ, γραπώνοντας το μπράτσο του Ναρίσμα. «Και μη με απογοητεύσεις ούτε στο ελάχιστο».
«Δεν θα σε απογοητεύσω», είπε ο Ναρίσμα, δίχως να ανοιγοκλείσει τα μάτια του. Χαιρέτησε γοργά κι έφυγε.
Επικίνδυνο, ψιθύρισε μια φωνή μέσα στο κεφάλι του Ραντ. Ω, ναι, πολύ επικίνδυνο, εξαιρετικά ίσως. Μπορεί όμως να δουλέψει. Ναι, μπορεί. Όπως και να έχει, πρέπει να σκοτώσεις τώρα τον Τόρβαλ. Πρέπει.
Ο Γουίραμον μπήκε στη σκηνή του συμβουλίου, παραγκωνίζοντας τον Γκρέγκοριν και τον Τόλμεραν και πασχίζοντας να κάνει το ίδιο και με τη Ροζάνα και τον Σεμάραντρεντ. Όλοι τους δεν έβλεπαν την ώρα να αναφέρουν στον Ραντ πως οι άντρες στα δέντρα είχαν αποφασίσει με σύνεση τελικά. Τον βρήκαν να γελά μέχρι που δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό του. Ο Λουζ Θέριν είχε επιστρέψει. Ειδάλλως, είχε τρελαθεί πλέον. Από κάθε άποψη, υπήρχε ικανοποιητική αιτία για να ξεσπάσει σε γέλια.