15
Ισχυρότεροι από τον Γραπτό Νόμο
Στο μουντό, ψυχρό σκοτάδι της βαθιάς νύχτας, η Εγκουέν ξύπνησε ασθμαίνοντας από έναν ανήσυχο ύπνο κι από ταραγμένα όνειρα, που γίνονταν ακόμα πιο ανησυχητικά επειδή δεν τα θυμόταν. Τα όνειρα της ήταν ανέκαθεν διαυγή και ξεκάθαρα σαν τυπωμένες λέξεις στο χαρτί, αλλά τούτα εδώ ήταν ζοφερά και τρομακτικά. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε πάρα πολλά τέτοια. Κι όταν έφευγαν, λαχταρούσε να τρέξει μακριά, να δραπετεύσει από κάτι που δεν θυμόταν, πάντα αναστατωμένη κι αβέβαιη, τρέμοντας. Αν μη τι άλλο, το κεφάλι της δεν πονούσε. Αν μη τι άλλο, μπορούσε να ανακαλέσει τα όνειρα που ήξερε ότι ήταν σημαντικά, μολονότι αδυνατούσε να τα ερμηνεύσει. Έβλεπε τον Ραντ να φορά διαφορετικές μάσκες, μέχρι που άξαφνα κάποιο από αυτά τα ψεύτικα προσωπεία δεν ήταν πια μάσκα αλλά ο ίδιος. Έβλεπε τον Πέριν κι έναν Μάστορα να πετσοκόβουν μανιασμένα με το τσεκούρι και το σπαθί τα βάτα που τους περιτριγύριζαν, δίχως να έχουν αντιληφθεί τον γκρεμό που ανοιγόταν μπροστά τους. Και τα βάτα ούρλιαζαν με ανθρώπινες φωνές που οι δύο άντρες δεν μπορούσαν να ακούσουν. Έβλεπε τον Ματ να ζυγίζει δύο Άες Σεντάι σε μια τεράστια ζυγαριά, κι από την απόφασή του εξαρτιόταν... Δεν μπορούσε να πει τι. Κάτι αχανές. Ο ίδιος ο κόσμος ίσως. Υπήρχαν κι άλλα όνειρα, τα περισσότερα με μια απόχρωση πόνου. Τελευταία, όλα τα όνειρα που αφορούσαν στον Ματ ήταν ωχρά και γεμάτα πόνο, σαν τις σκιές που ρίχνουν οι εφιάλτες, λες κι ο ίδιος ο Ματ δεν ήταν και τόσο απτός. Αυτό από μόνο του την έκανε να αγωνιά που τον άφησε πίσω, στο Έμπου Νταρ, ένιωθε τα τσιμπήματα της οδύνης που τον εγκατέλειψε εκεί, για να μην αναφέρουμε τον φουκαρά τον γέρο-Θομ Μέριλιν. Τα όνειρα που δεν μπορούσε να θυμηθεί ήταν και τα χειρότερα, ήταν σίγουρη γι’ αυτό.
Είχε ξυπνήσει από τους ήχους μιας χαμηλόφωνης λογομαχίας και το ολόγιομο φεγγάρι ήταν ακόμα ψηλά, ρίχνοντας αρκετό φως για να διακρίνει δύο γυναίκες που στέκονταν απέναντι η μία από την άλλη στην είσοδο της σκηνής.
«Το κεφάλι της φουκαριάρας πονάει όλη μέρα και δεν ξεκουράζεται καλά το βράδυ», ψιθύριζε με έντονο τόνο η Χάλιμα, με τις γροθιές ακουμπισμένες πάνω στους γοφούς της. «Ας το αφήσουμε για το πρωί».
«Δεν έχω όρεξη για καυγά». Η φωνή της Σιουάν ήταν παγερή σαν τον χειμώνα, κι η γυναίκα πέταξε πίσω τον μανδύα της με το γαντοφορεμένο της χέρι, λες κι ετοιμαζόταν για μάχη. Ήταν κατάλληλα ντυμένη γι’ αυτόν τον καιρό. Φορούσε χοντρό μάλλινο περασμένο, αναμφίβολα, πάνω από μερικές ακόμα στρώσεις ρούχων. «Κάνε στην άκρη και γρήγορα, να μη σου βγάλω τ’ άντερα. Και φόρεσε κανένα ρούχο της προκοπής!»
Χαχανίζοντας ανάλαφρα, η Χάλιμα ορθώθηκε και μπήκε μπροστά από τη Σιουάν, κλείνοντας της τον δρόμο. Το άσπρο νυχτικό της κολλούσε πάνω στο κορμί της, αλλά ήταν αρκετά σεμνό για την περίσταση, παρ’ όλο που ήταν άξιο απορίας πώς και δεν πάγωνε με αυτό το λεπτό μεταξένιο ύφασμα. Τα κάρβουνα πάνω στα τρίποδα μαγκάλια είχαν σβήσει από ώρα κι ούτε ο μουσαμάς της χιλιομπαλωμένης σκηνής ούτε τα στρώματα των χαλιών στο δάπεδο κρατούσαν αρκετή ζέστη πια. Οι ανάσες των δύο γυναικών έμοιαζαν με ωχρές ομίχλες.
Πετώντας από πάνω της τις κουβέρτες, η Εγκουέν ανακάθισε αποκαμωμένη πάνω στο στενό ράντζο της. Η Χάλιμα ήταν επαρχιώτισσα με μια επίφαση κουλτούρας και συχνά δεν συνειδητοποιούσε το σέβας που έπρεπε να δείχνει απέναντι σε μία Άες Σεντάι. Ίσως, πάλι, να πίστευε πως δεν χρειαζόταν να δείχνει σεβασμό σε κανέναν. Μιλούσε στις Καθήμενες σαν να απευθυνόταν στις οικοδέσποινες του χωριού της, γελώντας, κοιτώντας τες κατάματα και χρησιμοποιώντας μια γλώσσα αργκό που πολλές φορές σόκαρε τους πάντες. Η Σιουάν περνούσε τον καιρό της καυγαδίζοντας με γυναίκες που μόλις ένα χρόνο πριν στέκονταν προσοχή μπροστά της, χαμογελώντας και κάνοντας υποκλίσεις σε κάθε αδελφή του καταυλισμού. Πολλές από αυτές εξακολουθούσαν να τη θεωρούν υπεύθυνη για τα προβλήματα του Πύργου, πιστεύοντας μάλιστα πως δεν είχε υποφέρει αρκετά για να εξιλεωθεί, πράγμα απαγορευτικό για να επιδεικνύει κανείς την έπαρσή του. Οι δύο γυναίκες ήταν ένας πυρσός έτοιμος να πεταχτεί στην άμαξα ενός Φωτοδότη, αλλά η Εγκουέν ήλπιζε να είναι αρκετά μακριά από την έκρηξη. Επιπλέον, η Σιουάν δεν θα ερχόταν μέχρι εδώ καταμεσής της νύχτας αν δεν ήταν απόλυτη ανάγκη.
«Πήγαινε να κοιμηθείς, Χάλιμα». Καταπνίγοντας ένα χασμουρητό, η Εγκουέν έσκυψε για να βρει τα παπούτσια και τις κάλτσες της κάτω από το ράντζο. Δεν διαβίβασε για να ανάψει κάποιον φανό. Καλύτερα να μην πρόσεχε κανείς πως η Άμερλιν ήταν ξύπνια. «Πήγαινε. Χρειάζεσαι ξεκούραση».