Η Χάλιμα άρχισε να διαμαρτύρεται, ίσως κάπως πιο έντονα απ’ όσο έπρεπε απέναντι σε μια Έδρα της Άμερλιν, αλλά λίγο μετά βρέθηκε στο μικρό ράντζο που είχαν στριμώξει στο εσωτερικό της σκηνής. Δεν είχε μεγάλη ελευθερία κινήσεων, καθότι υπήρχε ένας νιπτήρας, ένας καθρέφτης και μια αυθεντική πολυθρόνα, συν τέσσερα μεγάλα σεντούκια στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Τα σεντούκια αυτά περιείχαν δεκάδες φορέματα από τις Καθήμενες, οι οποίες δεν είχαν συνειδητοποιήσει πως όσο νέα κι αν ήταν η Εγκουέν, δεν ήταν τόσο ώστε να τη θαμπώνουν τα μετάξια κι οι δαντέλες και να της τραβούν την προσοχή. Η Χάλιμα κειτόταν ζαρωμένη, παρακολουθώντας το σκοτάδι, ενώ η Εγκουέν χτένιζε βιαστικά τα μαλλιά της με μια φιλντισένια χτένα, φορούσε τα χοντρά της γάντια κι έβαζε πάνω από το νυχτικό της έναν μανδύα με επένδυση από γούνα αλεπούς. Ήταν ένα παχύ μάλλινο νυχτικό, και δεν θα της ερχόταν άσχημα αν, με αυτόν τον καιρό, φορούσε ένα ακόμα χοντρότερο. Πάνω στα μάτια της Χάλιμα, που ούτε καν ανοιγόκλειναν, αντανακλούσε το αμυδρό σεληνόφως, δίνοντάς τους μια θολή λάμψη.
Η Εγκουέν δεν πίστευε πως η γυναίκα ζήλευε για τη θέση της πλάι στην Έδρα της Άμερλιν, ασχέτως του αν ήταν περιστασιακή, και, μάρτυρας της το Φως, δεν ήταν κουτσομπόλα, αν κι η Χάλιμα είχε μια αθώα περιέργεια για τα πάντα, ασχέτως αν δεν ήταν δική της δουλειά. Κι αυτός ήταν αρκετά ικανοποιητικός λόγος για να συναντήσει τη Σιουάν κάπου αλλού και να ακούσει τι είχε να της πει. Ήταν σε όλους γνωστό πως η Σιουάν συνέπλεε κατά κάποιον τρόπο με την Εγκουέν, κι αυτό τούς ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό και το έβλεπαν με μισό μάτι. Μια αστεία και —περιπτωσιακά— θλιβερή φιγούρα, η Σιουάν Σάντσε κατέληξε να προσκολλάται στη γυναίκα που κατείχε έναν τίτλο ο οποίος κάποτε ήταν δικός της, παρ’ όλο που κι η ίδια δεν θα ήταν παρά μια μαριονέτα, από τη στιγμή που στην Αίθουσα δεν θα τσακώνονταν πια για το ποιος θα τη χειρίζεται. Η Σιουάν ήταν αρκετά ανθρώπινη για να κρατάει μικροκακίες, αλλά μέχρι στιγμής είχαν καταφέρει να διατηρήσουν μυστικό ότι οι συμβουλές της δεν ήταν διόλου κακεντρεχείς. Έτσι, κατόρθωνε να υπομείνει τον οίκτο και τα μισόγελα όσο καλύτερα μπορούσε, κι ο καθένας πίστευε πως οι εμπειρίες της την είχαν αλλάξει. Κι έπρεπε να διατηρηθεί αυτή η εντύπωση, αλλιώς η Ρομάντα, η Λελαίν και, πιθανότατα, οι υπόλοιπες της Αίθουσας θα έβρισκαν τρόπο να την αποσπάσουν —και την ίδια και τις συμβουλές της— από την Εγκουέν.
Το κρύο που συνάντησε έξω χτύπησε την Εγκουέν στο πρόσωπο σαν χαστούκι και διαπέρασε τον μανδύα της. Κρίνοντας από την προστασία που της πρόσφερε, το νυχτικό της δεν διέφερε από αυτό που φορούσε η Χάλιμα. Παρά το ανθεκτικό δέρμα και το καλής ποιότητας μάλλινο, ένιωθε σαν να ήταν ξυπόλητη. Πλοκάμια παγερού αέρα τυλίγονταν γύρω από τα αυτιά της σαν να κορόιδευαν τη βαριά γούνα που ήταν φοδραρισμένη στην κουκούλα της. Λαχταρούσε να γυρίσει στο κρεβάτι της, κι όλη της η προσοχή ήταν στραμμένη στο πώς θα κατάφερνε να αγνοήσει την παγωνιά. Τα σύννεφα διέσχιζαν βιαστικά τον ουρανό κι οι σκιές του φεγγαριού έπλεαν πάνω στο λαμπερό λευκό που κάλυπτε το έδαφος, σαν απαλό σεντόνι από το οποίο εξείχαν εδώ κι εκεί οι σκοτεινοί όγκοι των σκηνών κι οι ακόμα ψηλότερες μορφές των αμαξιών που ήταν καλυμμένα με μουσαμάδες και που τώρα είχαν μακρόστενους ξύλινους ολισθητήρες στη θέση των τροχών. Πολλές από τις άμαξες δεν ήταν πια αφημένες σε απόσταση από τις σκηνές, αλλά είχαν μείνει στο σημείο όπου τις ξεφόρτωσαν. Κανείς δεν είχε το κουράγιο να αναγκάσει τους οδηγούς των αμαξιών να κάνουν τον κόπο να τις μετακινήσουν στο τέλος μια δύσκολης μέρας. Τίποτα δεν κινιόταν, εκτός από αυτές τις αχνές σκιές που έμοιαζαν να γλιστρούν. Τα πλατιά ρείθρα, που είχαν ποδοπατηθεί σε όλο το μήκος του καταυλισμού για να γίνουν μονοπάτια, ήταν πια άδεια. Η σιωπή ήταν απτή και τόσο βαθιά, που η Εγκουέν κατά βάθος δεν ήθελε να τη σπάσει.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε σιγανά, ρίχνοντας μια επιφυλακτική ματιά στη μικρή σκηνή εκεί δίπλα που τη μοιράζονταν οι υπηρέτριές της, η Τσέσα, η Μέρι κι η Σέλαμι, και που ήταν εξίσου ήρεμη και σκοτεινή όσο κι οι υπόλοιπες. Η εξάντληση έμοιαζε με βαριά κουβέρτα που είχε πέσει πάνω στον καταυλισμό, σαν το χιόνι. «Ελπίζω να μην πρόκειται για καμιά καινούργια αποκάλυψη, όπως το Σόι». Πλατάγισε τη γλώσσα της, εκνευρισμένη. Είχε αποκάμει κι η ίδια από τις πολλές και παγερές μέρες που πέρασε πάνω στη σέλα κι από τον ελάχιστο ύπνο τις νύχτες, αλλιώς δεν θα μιλούσε έτσι. «Με συγχωρείς, Σιουάν».
«Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη, Μητέρα». Η Σιουάν διατηρούσε χαμηλό τόνο στη φωνή της κι έριξε κι αυτή μια ματιά τριγύρω να δει μήπως παρακολουθεί κανείς από τις σκιές. Καμιά τους δεν επιθυμούσε να συζητήσει περί του Σογιού με την Αίθουσα. «Ξέρω πως θα έπρεπε να σ’ το είχα αναφέρει πρωτύτερα, αλλά φαινόταν άνευ σημασίας. Δεν περίμενα πως κάποιο από αυτά τα κορίτσια θα τους μιλούσε. Δεν έχω πολλά να σου πω. Πρέπει να ξεχωρίσω τα πιο σημαντικά».