Η Εγκουέν κατάφερε, κατόπιν προσπάθειας, να μην αναστενάξει. Ήταν σχεδόν λέξη προς λέξη η συγγνώμη που της είχε απευθύνει η Σιουάν πρωτύτερα. Κάμποσες φορές. Αυτό που εννοούσε ήταν ότι προσπαθούσε να μάθει στην Εγκουέν μέσα σε λίγους μήνες αυτά που είχε διδαχτεί από είκοσι χρόνια εμπειρίας ως Άες Σεντάι, δέκα εκ των οποίων κατέχοντας τον τίτλο της Άμερλιν. Υπήρχαν φορές που η Εγκουέν αισθανόταν σαν χήνα που την καλοταΐζουν πριν την πάνε στο παζάρι. «Λοιπόν, τι το σπουδαίο υπάρχει γι’ απόψε;»
«Ο Γκάρεθ Μπράυν σε περιμένει στο σπουδαστήριο». Η Σιουάν δεν ύψωσε τη φωνή της, αλλά ο τόνος της ήταν κάπως δηκτικός, όπως πάντα όταν αναφερόταν στον Άρχοντα Μπράυν. Τίναξε θυμωμένη το κεφάλι της, έβαλε την κουκούλα του μανδύα της κι έκανε έναν ήχο σαν γάτα που φτύνει. «Ο τύπος μπήκε μέσα στάζοντας χιόνι, με βούτηξε από το κρεβάτι κι ίσα-ίσα που μου έδωσε χρόνο να ντυθώ πριν με πετάξει στη σέλα του. Δεν μου είπε τίποτα. Με πήγε μέχρι την άκρη του καταυλισμού και με έστειλε να σου πω ότι σε περιμένει, λες κι ήμουν καμιά υπηρέτρια!»
Η Εγκουέν κατέπνιξε μια ελπίδα που άρχισε να φουντώνει μέσα της. Οι απογοητεύσεις δεν ήταν και λίγες, κι ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε φέρει νυχτιάτικα εδώ τον Μπράυν, θα είχε να κάνει περισσότερο με κάποια μεγάλη καταστροφή παρά με οτιδήποτε άλλο. Πόσο απείχαν ακόμα από τα σύνορα με το Άντορ; «Ας δούμε τι θέλει».
Κίνησε προς τη μεριά της σκηνής που όλοι αποκαλούσαν Σπουδαστήριο της Άμερλιν, σφίγγοντας τον μανδύα πάνω στο κορμί της. Δεν ανατρίχιασε καθόλου από το κρύο, αν και το να αρνείσαι να αφήσεις τη ζέστη ή την παγωνιά να σε αγγίξουν δεν σήμαινε πως τις εξαφάνιζες κιόλας. Μπορούσες να τις αγνοήσεις έως τη στιγμή που η ηλίαση θα σου έψηνε τον εγκέφαλο ή το κρυοπάγημα θα σου σάπιζε τα χέρια και τα πόδια. Αναλογίστηκε όσα είχε πει η Σιουάν.
«Δεν κοιμόσουν στη σκηνή σου;» ρώτησε προσεκτικά. Η σχέση της γυναίκας με τον Άρχοντα Μπράυν ήταν όντως σχέση Κυρίου κι υπηρέτριας, και μάλιστα με έναν πολύ παράξενο τρόπο, αλλά η Εγκουέν ήλπιζε πως η Σιουάν δεν θα άφηνε την ισχυρογνωμοσύνη και την ψωροπερηφάνια να την οδηγήσουν σε προβλήματα που θα έφερναν τον άντρα σε πλεονεκτική θέση. Αδυνατούσε να φανταστεί κάτι τέτοιο, είτε αφορούσε σ’ αυτήν είτε σ’ αυτόν, ωστόσο, όχι πολύ καιρό πριν, δεν θα μπορούσε με τίποτα να φανταστεί τη Σιουάν ως αποδέκτη μιας τέτοιας κατάστασης. Και πάλι όμως, εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει τον λόγο.
Ξεφυσώντας ηχηρά, η Σιουάν τράβηξε τη φούστα της και κόντεψε να πέσει καθώς τα πασούμια της γλίστρησαν. Το χιόνι που είχε πατηθεί από αμέτρητα πόδια είχε μεταβληθεί σε ένα τραχύ στρώμα πάγου. Η Εγκουέν προχωρούσε πολύ προσεκτικά. Κάθε μέρα όλο και κάποιο κόκαλο έσπαγε κι οι ξεθεωμένες από το ταξίδι αδελφές έπρεπε να το Γιατρέψουν. Μισοέβγαλε τον μανδύα της κι άπλωσε το χέρι της, τόσο για να προσφέρει η ίδια κάποια βοήθεια όσο και για να λάβει. Η Σιουάν το πήρε μουρμουρίζοντας κάτι.
«Όταν τελείωσα το καθάρισμα των εφεδρικών μποτών και της αναπληρωματικής σέλας του, ήταν ήδη πολύ αργά για να κάνω όλο αυτόν τον δρόμο προς τα πίσω. Όχι ότι μου πρόσφερε τίποτα παραπάνω από λίγες κουβέρτες και μια γωνιά να κοιμηθώ. Ο Γκάρεθ Μπράυν δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο! Με ανάγκασε να τις ξεθάψω η ίδια από το σεντούκι, ενώ αυτός έφυγε, και το Φως μόνο ξέρει πού πήγε! Μεγάλη ταλαιπωρία αυτοί οι άντρες, αυτός δε είναι ο χειρότερος όλων!» Δίχως να κάνει παύση για να πάρει ανάσα, άλλαξε θέμα. «Δεν έπρεπε να αφήσεις αυτήν τη Χάλιμα να κοιμηθεί στη σκηνή σου. Δεν είναι παρά άλλο ένα ζευγάρι αυτιά που πρέπει να προσέχεις, και μάλιστα αδιάκριτα. Άσε που θα μπορούσες να μπεις μέσα και να τη δεις να διασκεδάζει με κανέναν στρατιώτη. Τυχερή ήσουν».
«Είμαι πολύ ευχαριστημένη που η Ντελάνα κανόνισε πού θα περνάει τις νύχτες της η Χάλιμα», αποκρίθηκε με σταθερή φωνή η Εγκουέν. «Τη χρειάζομαι. Εκτός κι αν πιστεύεις πως η Θεραπεία της Νισάο μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους πονοκεφάλους μου για δεύτερη φορά».
Τα δάχτυλα της Χάλιμα έμοιαζαν να απορροφούν τον πόνο μέσα από το ίδιο της το κρανίο. Χωρίς αυτήν, δεν θα ήταν δυνατόν να κοιμηθεί. Οι προσπάθειες της Νισάο, από την άλλη, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, κι ήταν η μοναδική Κίτρινη που τολμούσε να προσεγγίσει η Εγκουέν σχετικά με αυτό το ζήτημα. Όσον αφορά στις υπόλοιπες... Ο τόνος της φωνής της έγινε ακόμα πιο σταθερός. «Εκπλήσσομαι που ασχολείσαι ακόμα με αυτά τα κουτσομπολιά, κόρη. Το ότι οι άντρες κοιτούν μια γυναίκα δεν σημαίνει πως το προκαλεί η ίδια, όπως θα έπρεπε να ξέρεις πολύ καλά. Έχω προσέξει κάμποσους να σου ρίχνουν ματιές και να χαμογελούν πλατιά». Της ήταν ευκολότερο από παλιότερα να δίνει αυτόν τον τόνο στη φωνή της.