Выбрать главу

Η Σιουάν την κοίταξε λοξά ελαφρώς εμβρόντητη κι ύστερα από ένα λεπτό μουρμούρισε μια συγγνώμη, η οποία ήταν μάλλον ειλικρινής. Όπως και να έχει, η Εγκουέν την αποδέχτηκε. Ο Άρχοντας Μπράυν έκανε κακό στη διάθεση της Σιουάν κι, από τη στιγμή που ανακατεύτηκε κι η Χάλιμα, η Εγκουέν ήταν πολύ ευχαριστημένη που δεν είχε αναγκαστεί να λάβει σκληρότερα μέτρα. Η Σιουάν είχε πει πως δεν ήταν σωστό να ανέχεται τις βλακείες, κάτι που η Εγκουέν δεν είχε σκοπό να κάνει, ειδικά όταν προέρχονταν από την ίδια τη Σιουάν.

Προχώρησαν χέρι-χέρι σιωπηλά, με το κρύο να μετατρέπει τις ανάσες τους σε ομίχλη και να διαποτίζει τη σάρκα τους. Το χιόνι ήταν κατάρα και μάθημα μαζί. Εξακολουθούσε να ακούει τη Σιουάν να συνεχίζει σε αυτό που αποκαλούσε ο Νόμος των Ακούσιων Επακόλουθων, έναν νόμο ισχυρότερο από οποιονδήποτε γραπτό. Άσχετα αν αυτό που κάνεις φέρνει το αποτέλεσμα που επιθυμείς ή όχι, θα υπάρχουν τουλάχιστον άλλα τρία απρόσμενα αποτελέσματα, εκ των οποίων το ένα συνήθως δυσάρεστο.

Οι πρώτες αδιόρατες ψιχάλες είχαν προξενήσει κατάπληξη, παρ’ όλο που η Εγκουέν είχε ήδη πληροφορήσει την Αίθουσα ότι το Κύπελλο των Ανέμων είχε βρεθεί και χρησιμοποιηθεί. Μονάχα αυτή την πληροφορία ρίσκαρε να τους αποκαλύψει απ’ όσα της είχε πει η Ηλαίην στον Τελ’αράν’ριοντ· Τα περισσότερα απ’ όσα είχαν συμβεί στο Έμπου Νταρ τής είχαν κόψει τα πόδια κι η θέση της ήταν ήδη επισφαλής. Είχε νιώσει μια έκρηξη χαράς με αυτές τις πρώτες ψιχάλες. Το μεσημέρι είχαν σταματήσει την προέλαση κι είχαν ανάψει φωτιές κάτω από το ψιλοβρόχι, ενώ οι αδελφές πρόσφεραν ευχαριστίες κι οι υπηρέτες με τους στρατιώτες άρχισαν τους χορούς. Άσε που μερικές Άες Σεντάι χόρευαν μαζί τους.

Λίγες μέρες αργότερα, οι απαλές βροχές έγιναν νεροποντές κι έπειτα καταιγίδες που λυσσομανούσαν. Η θερμοκρασία πήρε την κατιούσα, έπεσε απίστευτα, κι οι καταιγίδες έγιναν χιονοθύελλες. Τώρα, μια απόσταση που καλυπτόταν σε μια μέρα —και, μάλιστα, με την Εγκουέν να διαμαρτύρεται ότι προχωρούν με αργό ρυθμό— τους έπαιρνε πέντε υπό την προϋπόθεση πως ο ουρανός ήταν απλώς συννεφιασμένος, ενώ όταν έριχνε χιόνι, δεν κινούνταν καθόλου. Να, λοιπόν, τα τρία ή περισσότερα ακούσια επακόλουθα, εκ των οποίων το χιόνι ήταν σαφώς το πιο δυσάρεστο.

Καθώς πλησίαζαν τη μικρή χιλιομπαλωμένη σκηνή που αποκαλούνταν το Σπουδαστήριο της Άμερλιν, μια σκιά κινήθηκε δίπλα σε μια ψηλή καρότσα κι η Εγκουέν κοντανάσανε. Η σκιά μεταμορφώθηκε σε φιγούρα που τράβηξε πίσω την κουκούλα της, αρκετά για να αποκαλυφτεί το πρόσωπο της Ληάνε, και κατόπιν αποτραβήχτηκε στο σκοτάδι.

«Θα παραφυλάει και θα μας ειδοποιήσει αμέσως, αν έρθει κάποιος», είπε ήρεμα η Σιουάν.

«Πολύ καλά», μουρμούρισε η Εγκουέν. Θα μπορούσε να της το είχε πει προκαταβολικά. Για μια στιγμή, φοβήθηκε πως ίσως να επρόκειτο για τη Ρομάντα ή τη Λελαίν!

Το Σπουδαστήριο της Άμερλιν ήταν σκοτεινό, αλλά ο Άρχοντας Μπράυν καθόταν υπομονετικός στο εσωτερικό, σε στάση αναμονής και τυλιγμένος με τον μανδύα του, μια σκιά ανάμεσα σε σκιές. Αγκαλιάζοντας την Πηγή η Εγκουέν διαβίβασε, όχι για να ανάψει τον φανό που κρεμόταν από την κεντρική δοκό ή κάποιο από τα κεριά, αλλά για να φτιάξει μια μικρή σφαίρα ωχρού φωτός αιωρούμενη στον αέρα, πάνω από το λυόμενο τραπεζάκι που χρησιμοποιούσε για να γράφει. Μια σφαίρα πολύ μικρή και πολύ ωχρή. Ήταν πολύ απίθανο να την πρόσεχε όποιος περνούσε απ’ έξω κι, άλλωστε, μπορούσε να τη σβήσει ταχύτατα. Έπρεπε να πάρει τα μέτρα της για να μην την ανακαλύψουν.

Υπήρχαν Άμερλιν που διοικούσαν με την πυγμή, Άμερλιν που κατάφερναν να διατηρούν ισορροπία με την Αίθουσα, κι Άμερλιν που είχαν ελάχιστη δύναμη, όπως η ίδια, ή και λιγότερη σε σπάνιες περιπτώσεις, καλά κρυμμένες στις μυστικές ιστορίες του Λευκού Πύργου. Υπήρχαν αρκετές που είχαν κατασπαταλήσει την ισχύ και την επιρροή, ξεπέφτοντας από τη δύναμη στην αδυναμία, αλλά σε μια περίοδο τουλάχιστον τριών χιλιάδων χρόνων απειροελάχιστες είχαν καταφέρει να πάνε στην αντίθετη κατεύθυνση. Η Εγκουέν πολύ θα ήθελε να μάθει με ποιον τρόπο το είχαν κατορθώσει η Μύριαμ Κόπαν κι οι υπόλοιπες από αυτές τις ελάχιστες. Ίσως κάποιος να είχε σκεφτεί να το καταγράψει, αλλά οι σελίδες είχαν πια χαθεί από καιρό.

Ο Μπράυν, υποκλινόμενος με σεβασμό, δεν φάνηκε διόλου έκπληκτος με την επιφυλακτικότητά της. Ήξερε πολύ καλά πόσο πολλά διακινδύνευε ή γυναίκα με αυτήν την κρυφή συνάντηση. Εμπιστευόταν σε μεγάλο βαθμό αυτόν τον γεροδεμένο κι αρκετά γκριζαρισμένο άντρα με το ντόμπρο και ταλαιπωρημένο πρόσωπο, κι όχι μόνο επειδή έτσι έπρεπε. Ο μανδύας του ήταν από παχύ κόκκινο μαλλί, φοδραρισμένος με γούνα νυφίτσας κι είχε ως μπορντούρα τη Φλόγα της Ταρ Βάλον, δώρο από την Αίθουσα. Ωστόσο, τις τελευταίες βδομάδες είχε εξηγήσει παντού πως, ό,τι κι αν πίστευε η Αίθουσα —και δεν ήταν διόλου τυφλός για να μην το βλέπει!— η γυναίκα αυτή ήταν η Άμερλιν κι αυτός θα την ακολουθούσε. Φυσικά, ποτέ δεν το είχε πει ξεκάθαρα, αλλά οι προσεκτικές νύξεις που έκανε δεν άφηναν καμιά αμφιβολία. Το να περιμένει περισσότερα θα σήμαινε ότι περιμένει πάρα πολλά. Τα «υπόγεια ρεύματα» στον καταυλισμό ήταν τόσα όσα κι οι Άες Σεντάι, μερικά από αυτά αρκετά ισχυρά για να τον καταστρέψουν. Κάποια, μάλιστα, ήταν τόσο δυνατά, που θα την έριχναν ακόμα πιο βαθιά στον βόρβορο σε περίπτωση που η Αίθουσα μάθαινε για αυτήν τη συνάντηση. Τον εμπιστευόταν περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο άτομο, εκτός ίσως από τη Σιουάν και τη Ληάνε ή την Ηλαίην και τη Νυνάβε, ίσως περισσότερο κι από τις αδελφές που κρυφά είχαν ορκιστεί πίστη απέναντι της, κι ευχόταν να είχε το κουράγιο να τον εμπιστευθεί ακόμα παραπάνω. Η σφαίρα του λευκού φωτός έριχνε τριγύρω αδύναμες κι ακανόνιστες σκιές.