«Έχεις νέα, Άρχοντα Μπράυν;» τον ρώτησε, καταπνίγοντας την ελπίδα της. Μπορούσε να σκεφτεί μια ντουζίνα πιθανά μαντάτα που θα τον ανάγκαζαν να έρθει μέχρις εδώ νυχτιάτικα, το καθένα εκ των οποίων είχε τις δικές του παγίδες και δολώματα. Μήπως ο Ραντ είχε αποφασίσει να προσθέσει στη συλλογή του κι άλλα στέμματα εκτός από αυτό του Ίλιαν, ή οι Σωντσάν είχαν καταλάβει ακόμα μία πόλη ή η Ομάδα του Κόκκινου Χεριού είχε ενεργήσει ξαφνικά με δική της πρωτοβουλία, αντί να παρακολουθεί στενά τις Άες Σεντάι, ή...
«Βόρεια από δω έχει μαζευτεί στρατός, Μητέρα», αποκρίθηκε ήρεμα ο άντρας. Τα καλυμμένα με δερμάτινα γάντια χέρια του ακουμπούσαν ανάλαφρα πάνω στη λαβή της σπάθας του. Ένας στρατός που μαζεύτηκε στα βόρεια, λίγο παραπάνω χιόνι, το ίδιο ήταν. «Αντορινοί κυρίως, αλλά και κάμποσοι Μουραντιανοί. Οι ανιχνευτές μου με ειδοποίησαν λιγότερο από μια ώρα πριν. Ηγείται ο Πέλιβαρ και μαζί του είναι η Άραθελ, οι Υψηλές Έδρες δύο εκ των ισχυρότερων Οίκων του Άντορ, κι έφεραν μαζί τους τουλάχιστον άλλους είκοσι. Φαίνεται πως κατευθύνονται στον Νότο με γοργούς ρυθμούς. Αν συνεχίσεις την παρούσα πορεία σου, πράγμα που δεν σε συμβουλεύω να κάνεις, θα βρεθούμε αντιμέτωποι σε δύο, το πολύ τρεις, μέρες».
Η Εγκουέν διατήρησε μια πράα έκφραση στο πρόσωπό της, κρύβοντας επιμελώς την ανακούφισή της. Αυτό ήλπιζε, αυτό περίμενε. Ό,τι φοβόταν ίσως να μην ερχόταν ποτέ. Παραδόξως, ήταν η Σιουάν αυτή που έβγαλε μια τρομαγμένη κραυγή καλύπτοντας το στόμα της με το γαντοφορεμένο της χέρι, αν και κάπως αργά. Ο Μπράυν την κοίταξε ανασηκώνοντας το φρύδι του, κι αυτή συνήλθε γρήγορα. Η χαρακτηριστική γαλήνια έκφραση των Άες Σεντάι επανήλθε τόσο έντονη επάνω της, ώστε σχεδόν ξεχνούσες τα νεανικά της χαρακτηριστικά.
«Έχεις ενδοιασμούς να πολεμήσεις τους Αντορινούς συμπατριώτες σου;» τον ρώτησε απαιτητικά. «Μίλα, άνθρωπέ μου. Δεν είμαι η πλύστρα σου». Να, λοιπόν, που υπήρχε κάποια ρωγμή σε αυτήν την πραότητα.
«Όπως διατάξετε, Σιουάν Σεντάι». Ο τόνος της φωνής του Μπράυν δεν έκρυβε την παραμικρή ένδειξη κοροϊδίας, ωστόσο το στόμα της Σιουάν σφίχτηκε κι άλλο, ενώ η εξωτερική της ψυχρότητα άρχισε να εξανεμίζεται γρήγορα. Ο άντρας έκανε μια μικρή υπόκλιση, κάπως αδέξια αλλά αποδεκτή. «Θα πολεμήσω εναντίον οποιουδήποτε με διατάξει η Μητέρα, φυσικά». Ακόμα κι εδώ, δεν θα μπορούσε να είναι πιο φιλικός. Οι άντρες μάθαιναν να είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις Άες Σεντάι. Όπως κι οι γυναίκες. Η Εγκουέν πίστευε πως η σύνεση της είχε γίνει δεύτερη φύση.
«Κι αν δεν συνεχίσουμε την πορεία μας;» ρώτησε. Είχε καταστρώσει τόσα σχέδια μαζί με τη Σιουάν, μερικές φορές και με τη Ληάνε, και τώρα έπρεπε να προσέχει το κάθε της βήμα, λες και περπατούσε σε εκείνα τα παγωμένα μονοπάτια, εκεί έξω. «Τι θα γίνει αν σταματήσουμε εδώ;»
Ο άντρας δεν δίστασε διόλου. «Αν έχεις κάποιον τρόπο να τους πείσεις χωρίς να χρειαστεί να δώσουμε μάχη, όλα καλά κι ωραία. Κάποια στιγμή, όμως, αύριο θα φτάσουν σε ένα σημείο που προσφέρει πολλά αμυντικά πλεονεκτήματα. Πρόκειται για μία στενωπό, όπου από τη μια πλευρά χύνεται ο Ποταμός Άρμαν κι από την άλλη υπάρχει ένας μεγάλος βάλτος με τύρφη, ενώ ένα μικρό ρέμα στην μπροστινή μεριά εμποδίζει τις αντεπιθέσεις. Ο Πέλιβαρ θα εγκατασταθεί εκεί και θα περιμένει· την ξέρει καλά τη δουλειά. Η Άραθελ θα αναλάβει τις διαβουλεύσεις και θα αφήσει το στρατιωτικό μέρος της υπόθεσης σ’ εκείνον. Δεν προλαβαίνουμε να φτάσουμε πριν από αυτόν κι, άλλωστε, η περιοχή δεν μας εξυπηρετεί από τη στιγμή που αυτός βρίσκεται στον Βορρά. Αν σκοπεύεις να πολεμήσεις, η συμβουλή μου είναι να κατευθυνθείς σε εκείνη τη ράχη που διασχίσαμε δύο μέρες πριν. Μπορούμε να φτάσουμε εκεί πριν μας προλάβουν, αν ξεκινήσουμε την αυγή, κι ο Πέλιβαρ θα το ξανασκεφτεί να μας επιτεθεί, ακόμα κι αν είχε τρεις φορές μεγαλύτερο στρατό».