Выбрать главу

Στριφογυρίζοντας τα παγωμένα της δάχτυλα μέσα στις κάλτσες της, η Εγκουέν αναστέναξε ενοχλημένη. Υπήρχε διαφορά μεταξύ του να μην αφήνεις την παγωνιά να σε αγγίξει και του να μην τη νιώθεις. Διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της και χωρίς να παρασύρεται από το ψύχος, ρώτησε: «Είναι διατεθειμένοι να προβούν σε συζητήσεις, αν τους παρουσιαστεί η ευκαιρία;»

«Πιθανόν, Μητέρα. Οι Μουραντιανοί δεν μετρούν και πολύ· βρίσκονται εκεί για να εκμεταλλευτούν ό,τι προκύψει από τις καταστάσεις, όπως ακριβώς κι οι συμπατριώτες τους που έχω υπό τις διαταγές μου. Αυτοί που μετρούν περισσότερο είναι ο Πέλιβαρ κι η Άραθελ. Ίσως και να στοιχημάτιζα ότι σκοπός τους είναι να σε κρατήσουν μακριά από το Άντορ». Κούνησε το κεφάλι του λυπημένα. «Ωστόσο, αν χρειαστεί κι αν πρέπει, θα πολεμήσουν, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα τα βάλουν με Άες Σεντάι αντί με απλούς στρατιώτες. Θα έλεγα πως έχουν ακούσει τις ίδιες ιστορίες μ’ εμάς σχετικά με εκείνη τη μάχη κάπου στην Ανατολή».

«Που να πάρει!» γρύλισε η Σιουάν. Γαλήνια, σου λέει μετά. «Οι αναμασημένες φήμες και τα άξεστα κουτσομπολιά δεν είναι απόδειξη πως έλαβε χώρα κάποια μάχη, μπουνταλά, αλλά κι αν είχε συμβεί, οι αδελφές σίγουρα δεν θα ανακατεύονταν!» Ήταν προφανές πως, στα μάτια της, ο άντρας είχε διαπράξει αμάρτημα.

Παραδόξως, ο Μπράυν χαμογέλασε, κάτι που έκανε συχνά όταν η Σιουάν έβγαινε εκτός εαυτού. Κάπου αλλού και σε κάποιον άλλον, η Εγκουέν θα χαρακτήριζε το χαμόγελο τρυφερό. «Είναι καλύτερα για μας αν πιστέψουν πως η μάχη ήταν αληθινή», είπε με πράο τόνο στη Σιουάν. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε τόσο, που θα έλεγε κανείς πως τη χλεύασε.

Για ποιον λόγο, άραγε, μια φυσιολογική και συνετή γυναίκα άφηνε τον Μπράυν να την εξοργίζει; Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, η Εγκουέν δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο απόψε. «Σιουάν, βλέπω πως κάποιος ξέχασε να πάρει το αρωματικό κρασί. Δεν νομίζω να ξίνισε με αυτόν τον καιρό. Ζέστανέ το μας, σε παρακαλώ». Δεν της άρεσε να φέρεται υποτιμητικά στην άλλη γυναίκα μπροστά στον Μπράυν, αλλά έπρεπε να της βάλει χαλινό, κι αυτός ήταν ο ευγενέστερος τρόπος για να το κάνει. Πράγματι, δεν έπρεπε να έχουν αφήσει την ασημένια κανάτα πάνω στο τραπέζι.

Η Σιουάν ούτε καν μόρφασε, αλλά από την προσβεβλημένη έκφραση που πήρε, την οποία κάλυψε γρήγορα με μια επίφαση ηρεμίας, δύσκολα θα πίστευες ότι έπλενε τα εσώρουχα αυτού του άντρα. Δίχως το παραμικρό σχόλιο, διαβίβασε ελαφρά, ίσα-ίσα για να ζεσταθεί το κρασί στην ασημένια κανάτα, γέμισε με γρήγορες κινήσεις δύο καθαρά ποτήρια από δούλεμένο ασήμι κι έδωσε το ένα στην Εγκουέν. Κράτησε το άλλο για τον εαυτό της, κοιτώντας τον Άρχοντα Μπράυν καθώς ρουφούσε μια γουλιά, αφήνοντάς τον να σερβιριστεί μοναχός του.

Ζεσταίνοντας τα γαντοφορεμένα της δάχτυλα πάνω στην κούπα της, η Εγκουέν ένιωσε μια αναλαμπή οργής. Ίσως ήταν μέρος της καθυστερημένης αντίδρασης της Σιουάν για τον θάνατο του Προμάχου της. Πού και πού και χωρίς προφανή αιτία, την έπαιρναν τα δάκρυα, μολονότι πάσχιζε να το κρύψει. Η Εγκουέν έβγαλε από το μυαλό της αυτό το ζήτημα που, απόψε, έμοιαζε με μυρμηγκοφωλιά πλάι σε βουνό.

«Αν γίνεται, θα ήθελα να αποφύγω μια τέτοια μάχη, Άρχοντα Μπράυν. Ο στρατός αυτός έχει ως στόχο την Ταρ Βάλον, όχι να πολεμήσει εδώ. Στείλε κάποιους να κανονίσουν το συντομότερο μια συνάντηση για την Έδρα της Άμερλιν με τον Άρχοντα Πέλιβαρ και την Αρχόντισσα Άραθελ, καθώς και με οποιονδήποτε άλλον κρίνεις ότι μπορεί να παρευρεθεί. Όχι εδώ, όμως. Ο ταλαιπωρημένος καταυλισμός μας δεν θα τους εντυπωσιάσει και πολύ. Το συντομότερο δυνατόν, θυμήσου το. Δεν θα είχα αντίρρηση ακόμα και για αύριο, εφ’ όσον μπορεί να κανονιστεί».

«Δεν νομίζω πως μπορώ να το κανονίσω τόσο σύντομα, Μητέρα», αποκρίθηκε ήπια ο άντρας. «Ακόμα κι αν στείλω τους αγγελιαφόρους μου αμέσως μόλις επιστρέψω στον καταυλισμό μου, αμφιβάλλω αν θα γυρίσουν με κάποια απάντηση πριν από αύριο το βράδυ».

«Σε αυτήν την περίπτωση, σου προτείνω να επιστρέψεις γρήγορα». Μα το Φως, αισθανόταν τα χέρια και τα πόδια της παγωμένα, όπως επίσης και το στομάχι της. Η φωνή της, όμως, διατηρούσε τη νηφαλιότητά της. «Θα ήθελα, για όσο είναι δυνατόν, να μην αναφέρεις στην Αίθουσα ούτε για τη συνάντησή μας ούτε για την παρουσία του στρατού».