Выбрать главу

Αυτήν τη φορά, του ζητούσε να ρισκάρει όσο σχεδόν κι η ίδια. Ο Γκάρεθ Μπράυν ήταν ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή στρατηγούς, αλλά είχε έρθει σε προστριβές με την Αίθουσα επειδή πίστευαν πως δεν διοικεί το στράτευμα σύμφωνα με τις υποδείξεις τους. Στην αρχή, το όνομά του τους ήταν ιδιαίτερα αρεστό, γιατί βοήθησε να στρατολογηθούν άντρες. Τώρα, ο στρατός αριθμούσε πάνω από τριάντα χιλιάδες οπλισμένους στρατιώτες, ενώ η προσέλευση συνεχιζόταν ακόμα κι όταν άρχισαν να πέφτουν τα πρώτα χιόνια, και σκέφτονταν ότι ο Άρχοντας Γκάρεθ Μπράυν ίσως να μην ήταν πια απαραίτητος. Βέβαια, υπήρχαν κι αυτές που πίστευαν πως δεν τον χρειάζονταν εξ αρχής. Δεν θα τον ξαπόστελναν απλά. Αν η Αίθουσα αποφάσιζε να δράσει, ο Μπράυν θα κατέληγε να καρατομηθεί για προδοσία.

Ούτε βλεφάρισε ούτε έκανε την παραμικρή ερώτηση. Ίσως να ήξερε ότι δεν θα λάμβανε απαντήσεις. Ίσως, πάλι, να νόμιζε ότι τις γνώριζε κι ο ίδιος. «Οι καταυλισμοί μας δεν έχουν ιδιαίτερη επαφή ο ένας με τον άλλον, αλλά είναι κάμποσοι οι άντρες που ξέρουν καλά πώς να κρατήσουν ένα μυστικό για αρκετό καιρό. Πάντως, θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ».

Τόσο απλό. Ήταν το πρώτο βήμα που ή θα την οδηγούσε στην Έδρα της Άμερλιν, στην Ταρ Βάλον, ή θα την παρέδιδε στην αγκάλη της Αίθουσας, όπου το μόνο πράγμα που έμενε να αποφασιστεί ήταν αν επρόκειτο για τη Ρομάντα ή τη Λελαίν που της είπαν τι να κάνει. Μια τόσο καθοριστική εξέλιξη συνοδεύεται συνήθως από σαλπίσματα ή, τουλάχιστον, από ομοβροντίες. Έτσι γίνεται πάντα στις ιστορίες.

Η Εγκουέν άφησε τη φωτεινή μπάλα να σβήσει, αλλά καθώς ο Μπράυν στράφηκε να φύγει, τον έπιασε από το μπράτσο. Της φάνηκε σαν να έπιανε ένα χοντρό κλαρί δέντρου μέσα από το πανωφόρι του. «Υπάρχει κάτι που σκόπευα να σε ρωτήσω, Άρχοντα Μπράυν. Φυσικά, δεν θα ήθελες να πάρεις μαζί σου ξεθεωμένους από την πορεία άντρες για να πολιορκήσεις την Ταρ Βάλον. Πόσο θα ήθελες να τους αφήσεις να αναπαυθούν πριν ξεκινήσεις;»

Για πρώτη φορά, ο άντρας κοντοστάθηκε κι η Εγκουέν ευχήθηκε να είχε ακόμα αυτό το φως για να προσέξει το πρόσωπό του. Της έδωσε την εντύπωση ότι συνοφρυώθηκε. «Ακόμα κι αν δεν λογαριάσουμε όσους πληρώνονται από τον Πύργο», είπε ο Μπράυν μιλώντας αργά, «τα μαντάτα για τη συγκέντρωση ενός ολόκληρου στρατού μαθεύονται αστραπιαία. Η Ελάιντα θα ενημερωθεί ακόμα και για την ακριβή μέρα άφιξης μας και δεν θα μας αφήσει να ξαποστάσουμε ούτε μία ώρα. Ξέρεις ότι αύξησε τη Φρουρά του Πύργου σε πενήντα χιλιάδες άντρες, περίπου; Θα χρειαστεί ένας μήνας για ανάπαυση κι ανάκτηση δυνάμεων. Καλές είναι και δέκα μέρες, αλλά ένας μήνας είναι καλύτερος».

Η Εγκουέν ένευσε και τον άφησε. Αυτή η ανέμελη ερώτηση σχετικά με τη Φρουρά του Πύργου τής ήρθε άσχημα. Είχε επίγνωση του γεγονότος ότι η Αίθουσα και τα Άτζα τής ανέφεραν μονάχα τα απαραίτητα και τίποτα περισσότερο. «Υποθέτω πως έχεις δίκιο», του είπε ήρεμα. «Από τη στιγμή που θα φτάσουμε στην Ταρ Βάλον, δεν θα έχουμε στη διάθεσή μας ούτε λεπτό ανάπαυσης. Στείλε τους ταχύτερους καβαλάρηδες. Δεν νομίζω να υπάρξει δυσκολία, έτσι δεν είναι; Ο Πέλιβαρ κι η Άραθελ θα ακούσουν όσα έχουν να τους πουν». Δεν υποκρίθηκε πως δεν ανησυχούσε. Αν χρειαζόταν να δώσουν μάχη τώρα, τα περισσότερα από τα σχέδιά της μάλλον θα πήγαιναν στράφι.

Απ’ όσο μπορούσε να κρίνει, ο τόνος στη φωνή του Μπράυν δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο αλλά, με κάποιον τρόπο, ακουγόταν καθησυχαστικός. «Όσο υπάρχει αρκετός φωτισμός για να διακρίνουν τα λευκά φτερά, θα αναγνωρίσουν τα σημάδια της ανακωχής και θα τους ακούσουν. Καλύτερα να πηγαίνω, Μητέρα. Ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος, ακόμα και για άντρες με επιπλέον άλογα».

Μόλις η υφασμάτινη είσοδος της σκηνής έπεσε πίσω του, η Εγκουέν ξεφύσησε. Οι ώμοι της ήταν σφιγμένοι κι ανά πάσα στιγμή περίμενε πως θα την έπιανε πονοκέφαλος. Συνήθως, ο Μπράυν την έκανε να αισθάνεται χαλαρή, απορροφώντας τη σιγουριά του. Απόψε, χρειάστηκε να τον επηρεάσει, και νόμισε πως το ήξερε. Για άντρας ήταν πολύ παρατηρητικός. Αλλά το ρίσκο ήταν μεγάλο για να τον εμπιστευθεί περισσότερο, μέχρι τουλάχιστον ο ίδιος να κάνει μια ξεκάθαρη δήλωση. Κάτι σαν τον όρκο που είχαν πάρει η Μυρέλ κι οι υπόλοιπες. Ο Μπράυν ακολουθούσε την Άμερλιν κι ο στρατός τον Μπράυν. Αν πίστευε πως η Εγκουέν συνήθιζε να πετάει τους άντρες όταν τους θεωρούσε άχρηστους πια, αρκούσαν λίγα δικά του λόγια για να την παραδώσουν στην Αίθουσα σαν γουρουνόπουλο έτοιμο για σερβίρισμα. Ρούφηξε μια βαθιά γουλιά κι αισθάνθηκε τη ζεστασιά του αρωματικού κρασιού να διαποτίζει τα σωθικά της.

«Είναι καλύτερα για μας αν το πιστέψουν», μουρμούρισε. «Μακάρι να υπήρχε κάτι για να πιστέψουν. Αν μη τι άλλο, Σιουάν, ελπίζω τουλάχιστον να μας απαλλάξω από τους Τρεις Όρκους».