Выбрать главу

Η Εγκουέν συνοφρυώθηκε. «Κι οι Σωντσάν;» Τι σήμαινε να είσαι Άες Σεντάι. Από την πρώτη κιόλας μέρα που κατέφθασε στην Ταρ Βάλον, είχε εργαστεί σκληρά για να γίνει Άες Σεντάι, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ της δεν σκέφτηκε τι μπορεί να είναι αυτό που κάνει μια γυναίκα Άες Σεντάι.

Η Σιουάν γέλασε ξανά, κάπως πικρόχολα και διστακτικά αυτή τη φορά. Κούνησε το κεφάλι της κι, άσχετα αν έφταιγε και το σκοτάδι, φάνηκε πολύ κουρασμένη. «Δεν ξέρω, Μητέρα. Το Φως να με βοηθήσει, αλλά δεν ξέρω. Ωστόσο, επιβιώσαμε από τους Πολέμους των Τρόλοκ, από τους Λευκομανδίτες, από τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο κι από ένα σωρό άλλες αντιξοότητες. Θα βρούμε τρόπο να τα βγάλουμε πέρα με αυτούς τους Σωντσάν χωρίς να αυτοκαταστραφούμε».

Η Εγκουέν δεν ήταν και τόσο σίγουρη. Πολλές από τις αδελφές του καταυλισμού σκέφτονταν πως οι Σωντσάν αποτελούσαν πιο άμεσο κίνδυνο κι ότι η πολιορκία της Ελάιντα μπορούσε να περιμένει. Λες κι η αναμονή δεν θα κατοχύρωνε την Ελάιντα στην Έδρα της Άμερλιν. Άλλες, πάλι, σκέφτονταν πως θα ήταν αρκετό να ενωθεί ξανά ο Λευκός Πύργος με οποιοδήποτε κόστος, για να κάνει τους Σωντσάν να χαθούν από προσώπου γης. Η επιβίωση έχανε το νόημά της αν σου έβαζαν λαιμαριά, κι η Ελάιντα δεν θα είχε και πολύ διαφορετική τύχη από τους Σωντσάν. Να τι σήμαινε να είσαι Άες Σεντάι.

«Δεν είναι ανάγκη να κάνουμε πέρα τον Γκάρεθ Μπράυν», είπε ξαφνικά η Σιουάν. «Η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος είναι ένα ζωντανό βάσανο. Αν δεν μετράει σαν μετάνοια για τα ψέματά μου, δεν έχει νόημα να γδαρθεί ζωντανός. Κάποια από τις επόμενες μέρες θα τον πλακώσω στο ξύλο για τα καλά, αλλά μπορείς να του τα πεις όλα. Θα βοηθούσε αν καταλάβαινε κάτι. Σε εμπιστεύεται απόλυτα και τον απασχολεί συνεχώς κατά πόσον ξέρεις τι κάνεις. Δεν παραδέχεται τίποτα, αλλά τον μυρίζομαι».

Ξαφνικά, τα κομμάτια ενώθηκαν στο μυαλό της Εγκουέν σαν γρανάζια ωρολογιακού μηχανισμού. Κομμάτια συγκλονιστικά. Η Σιουάν ήταν ερωτευμένη με αυτόν τον άντρα! Ήταν το μόνο συμπέρασμα που έβγαζε νόημα. Όλα όσα ήξερε και για τους δύο άλλαξαν, όχι αναγκαστικά προς το καλύτερο. Μια ερωτευμένη γυναίκα συχνά έχανε το μυαλό της παρουσία εκείνου που της είχε κλέψει την καρδιά. Όπως πολύ καλά γνώριζε κι η ίδια. Πού βρισκόταν ο Γκάγουιν; Ήταν καλά; Ήταν στα ζεστά; Αρκετά. Πολύ ασχολήθηκε με αυτά, δεδομένου όσων είχε να πει. Διάλεξε την πιο επιβλητική και προστακτική φωνή, κατάλληλη για Άμερλιν, κι είπε: «Μπορείς να τον δείρεις ή να τον ρίξεις στο κρεβάτι, Σιουάν, αλλά πρόσεχε με αυτόν τον άντρα. Δεν θα σου ξεφύγουν πράγματα που δεν πρέπει να μάθει ακόμα. Έγινα κατανοητή;»

Η Σιουάν τινάχτηκε κι ίσιωσε το κορμί της. «Δεν συνηθίζω να είμαι γλωσσοκοπάνα, Μητέρα», είπε κάπως ευέξαπτη.

«Χαίρομαι πολύ που το ακούω, Σιουάν». Παρ’ όλο που είχαν ελάχιστα χρόνια διαφορά, η Σιουάν έδειχνε αρκετά μεγάλη για να είναι μάνα της, αν και τη δεδομένη στιγμή η Εγκουέν ένιωθε σαν να είχαν αντιστραφεί οι ηλικίες τους. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που η Σιουάν έπρεπε να τα βγάλει πέρα με έναν άντρα όχι ως Άες Σεντάι, αλλά ως απλή γυναίκα. Πέρασαν μερικά χρόνια νομίζοντας πως αγαπώ τον Ραντ, αναλογίστηκε κάπως πικρά η Εγκουέν, και μερικοί μήνες για να αγκιστρωθώ από τον Γκάγουιν, ώστε να μάθω όσα ήταν αναγκαία.

«Νομίζω πως τελειώσαμε», συνέχισε, περνώντας το χέρι της γύρω από τη Σιουάν. «Σχεδόν, δηλαδή. Έλα, πάμε».

Τα πάνινα τείχη της σκηνής έμοιαζαν ούτως ή άλλως να μην προσφέρουν πολλή προστασία, αλλά μόλις βγήκαν έξω δέχτηκαν μια νέα επίθεση από τα δόντια του χειμώνα. Το σεληνόφως ήταν αρκετά λαμπερό για να διαβάσει κανείς κι αντανακλούσε το χιόνι, αλλά αυτή η λάμψη φάνταζε ψυχρή. Ο Μπράυν είχε εξαφανιστεί, λες και δεν υπήρξε ποτέ. Η Ληάνε εμφανίστηκε, ίσα-ίσα για να πει ότι δεν είχε προσέξει κανέναν, ενώ στρώματα από μάλλινα ρούχα είχαν καταπιεί τη λιγνή της μορφή, κι έπειτα χάθηκε βιαστική μέσα στη νύχτα κοιτώντας τριγύρω. Κανείς δεν γνώριζε αν υπήρχε επαφή ανάμεσα στη Ληάνε και στην Εγκουέν κι όλοι πίστευαν ότι οι σχέσεις της πρώτης με τη Σιουάν ήταν τεταμένες.