Τραβώντας τον μανδύα γύρω από το κορμί της όσο καλύτερα μπορούσε με το ένα χέρι, η Εγκουέν συγκέντρωσε την προσοχή της στο να αγνοήσει την παγωνιά καθώς προχωρούσε παρέα με τη Σιουάν προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που είχε πάρει η Ληάνε. Πάσχιζε από τη μια να αγνοήσει την παγωνιά κι από την άλλη να παρατηρεί τριγύρω για οποιονδήποτε τύχαινε να είναι έξω. Όχι ότι ήταν πολύ πιθανόν να βρίσκεται τυχαία κάποιος κοντά τους.
«Ο Άρχοντας Μπράυν είχε δίκιο», είπε στη Σιουάν, «αναφορικά με το ότι είναι πολύ καλύτερα αν ο Πέλιβαρ κι η Άραθελ πιστέψουν αυτές τις ιστορίες. Ή, τουλάχιστον, αν τους προβληματίσουν αρκετά, ώστε να μην πολεμήσουν και να διστάσουν να κάνουν οτιδήποτε άλλο εκτός από συζητήσεις. Πιστεύεις πως θα καλοδέχονταν μια επίσκεψη από μια Άες Σεντάι; Σιουάν, με ακούς;»
Η Σιουάν ξαφνιάστηκε κι έπαψε να κοιτάει αφηρημένη μπροστά της. Προχωρούσε λίγο πιο μπροστά, δίχως να χάνει βήμα, αλλά τώρα γλίστρησε και κόντεψε να πέσει στο παγωμένο μονοπάτι, ξαναβρίσκοντας την τελευταία στιγμή την ισορροπία της για να μην παρασύρει και την Εγκουέν. «Μάλιστα, Μητέρα. Φυσικά και σ’ ακούω. Δεν νομίζω πως θα την καλωσορίσουν ιδιαίτερα, αλλά αμφιβάλλω αν θα έχουν το θράσος να διώξουν μια αδελφή».
«Λοιπόν, θέλω να ξυπνήσεις την Μπεόνιν, την Ανάγια και τη Μυρέλ. Μέσα σε μία ώρα πρέπει να αναχωρήσουν έφιππες για τον Νότο. Αν ο Άρχοντας Μπράυν περιμένει απάντηση μέχρι αύριο το βράδυ, δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας». Κρίμα που δεν είχε εντοπίσει ακόμα το σημείο όπου είχε καταλύσει ο στρατός του, αλλά αν ρωτούσε τον Μπράυν, μπορεί να του φαινόταν ύποπτο. Δεν θα ήταν δύσκολο για τους Προμάχους να τον ανακαλύψουν, κι εκείνες οι τρεις αδελφές είχαν πέντε ανάμεσά τους.
Η Σιουάν άκουσε τις οδηγίες της με προσοχή. Δεν ήταν μόνο αυτές οι τρεις που θα έπρεπε να αφυπνιστούν αμέσως. Με τον ερχομό της αυγής, η Σέριαμ κι η Καρλίνυα, η Μόρβριν κι η Νισάο θα έπρεπε να ξέρουν ακριβώς τι θα πουν κατά τη διάρκεια του πρωινού. Έπρεπε να σπείρουν τους κατάλληλους σπόρους, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να έχουν σπαρθεί νωρίτερα, από φόβο μήπως φυτρώσουν γρηγορότερα, μολονότι πλέον ο χρόνος για να αναπτυχθούν ήταν λίγος.
«Πολύ ευχαρίστως να τις τραβήξω από τις ζεστές τους κουβέρτες», είπε η Σιουάν μόλις η άλλη γυναίκα τελείωσε τις επεξηγήσεις της. «Αν πρέπει να περπατάω βαριά σαν στρατιώτης σ’ αυτό...» Ελευθερώνοντας το μπράτσο της Εγκουέν, στράφηκε να φύγει, αλλά κοντοστάθηκε και το πρόσωπό της πήρε μια έκφραση σοβαρή και κάπως αγριωπή. «Ξέρω πολύ καλά πως θες να γίνεις μια δεύτερη Γκέρα Κίσαρ — ή, ίσως, μια Σερέιλε Μπάγκαντ. Διαθέτεις το δυνητικό να μοιάσεις και στις δύο. Πρόσεχε, όμως, μην καταλήξεις μια δεύτερη Σέιν Τσούνλα. Καληνύχτα, Μητέρα. Καλό ύπνο».
Η Εγκουέν απέμεινε να την παρακολουθεί ενώ απομακρυνόταν, μία φιγούρα καλυμμένη με τον μανδύα της, η οποία μερικές φορές γλιστρούσε στο μονοπάτι και μουρμούριζε θυμωμένα, αρκετά δυνατά για να γίνει ακουστή. Η Γκέρα κι η Σερέιλε είχαν μείνει στα χρονικά ως δύο από τις σπουδαιότερες Άμερλιν. Αμφότερες είχαν αυξήσει την επιρροή και το γόητρο του Λευκού Πύργου σε επίπεδα ανήκουστα από την εποχή του Άρτουρ του Γερακόφτερου. Αμφότερες ήλεγχαν τον ίδιο τον Πύργο, η Γκέρα στρέφοντας τεχνηέντως τη μια κλίκα της Αίθουσας ενάντια στην άλλη κι η Σερέιλε με τη σθεναρή δύναμη της θέλησής της. Η Σέιν Τσούνλα ήταν διαφορετικό ζήτημα, μια γυναίκα που είχε χαραμίσει την εξουσία της Έδρας της Άμερλιν αποξενώνοντας τις περισσότερες αδελφές του Πύργου. Ο κόσμος πίστευε πως η Σέιν είχε πεθάνει εν ώρα υπηρεσίας, περίπου τετρακόσια χρόνια πριν, αλλά η κρυφή αλήθεια ήταν πως είχε εκθρονιστεί κι εξοριστεί δια βίου. Ακόμα κι οι μυστικές ιστορίες δεν έθιγαν ιδιαίτερα μερικά σημεία, ωστόσο ήταν προφανές πως, αφότου αποκαλύφθηκε η τέταρτη προσπάθεια αποκατάστασής της στην Έδρα της Άμερλιν, οι αδελφές που φρουρούσαν τη Σέιν τής προκάλεσαν ασφυξία στον ύπνο χρησιμοποιώντας ένα μαξιλάρι. Η Εγκουέν ρίγησε και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως έφταιγε το κρύο.
Γυρνώντας, άρχισε να κατευθύνεται με αργά βήματα προς τη σκηνή της μόνη. Καλό ύπνο; Η ολόγιομη σελήνη κρεμόταν χαμηλά στον ορίζοντα και θα περνούσαν μερικές ώρες ακόμα μέχρι να ξημερώσει, αλλά δεν ήταν σίγουρη πως θα κατάφερνε να κοιμηθεί καθόλου.
16
Απρόσμενες Απουσίες
Προτού ακόμα ο ήλιος αγγίξει την άκρη του ορίζοντα το επόμενο πρωί, η Εγκουέν συγκάλεσε την Αίθουσα του Πύργου. Στην Ταρ Βάλον κάτι τέτοιο θα συνοδευόταν από αξιοσημείωτα τελετουργικά, ενώ ακόμα κι αφότου είχαν εγκαταλείψει το Σαλιντάρ, διατηρούσαν κάποια από αυτά παρά τις αντιξοότητες του ταξιδιού. Τώρα, όμως, το μόνο που έκανε η Σέριαμ ήταν να πηγαινοέρχεται μέσα στο σκοτάδι στις σκηνές των Καθήμενων, για να τους ανακοινώσει πως η Έδρα της Άμερλιν είχε συγκαλέσει την Αίθουσα να Καθίσει. Στην πραγματικότητα, κάθε άλλο παρά κάθονταν. Στην γκριζάδα που προηγείται της ανατολής, δεκαοκτώ γυναίκες στέκονταν ημικυκλικά στο χιόνι για να ακούσουν την Εγκουέν, τυλιγμένες όλες τους με βαριά ρούχα για να αντιμετωπίσουν την παγωνιά που έκανε τις ανάσες τους να μοιάζουν με ομίχλη.