Πίσω τους φάνηκαν κι άλλες αδελφές έτοιμες να ακούσουν. Ήταν ελάχιστες αρχικά, αλλά όταν κανείς δεν τους είπε να φύγουν, άρχισαν να πυκνώνουν και γρήγορα απλώθηκε ένας ελαφρύς βόμβος από συζητήσεις. Ένας βόμβος βουβός. Ελάχιστες αδελφές θα διακινδύνευαν να ενοχλήσουν μία Καθήμενη, πόσω μάλλον ολόκληρη την Αίθουσα. Οι Αποδεχθείσες με τα ταινιωτά ρούχα και με τους μανδύες, οι οποίες εμφανίστηκαν πίσω από τις Άες Σεντάι, ήταν πιο ήσυχες, φυσικά. Ακόμα πιο ήσυχες ήταν οι μαθητευόμενες που είχαν αρχίσει να μαζεύονται, όσες δηλαδή ήταν ελεύθερες υπηρεσίας, και δεν ήταν λίγες. Οι μαθητευόμενες στον καταυλισμό υπερτερούσαν αριθμητικά των αδελφών κατά το ήμισυ κι ήταν τόσο πολλές, ώστε ελάχιστες είχαν εξασφαλίσει τους κατάλληλους λευκούς μανδύες· οι περισσότερες είχαν ντυθεί με μια απλή άσπρη φούστα αντί με το ανάλογο φόρεμα της μαθητευομένης. Μερικές αδελφές εξακολουθούσαν να πιστεύουν πως θα έπρεπε να επανέλθουν στα παλιά ήθη κι άφηναν τις κοπέλες να ερευνούν, αλλά οι περισσότερες θρηνούσαν τα χαμένα χρόνια, όταν οι Άες Σεντάι έφθιναν όλο και πιο πολύ. Η ίδια η Εγκουέν αναρριγούσε σχεδόν όταν σκεφτόταν σε τι θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί ο Λευκός Πύργος. Και για μια τέτοια αλλαγή ούτε η Σιουάν δεν θα διαμαρτυρόταν.
Καταμεσής της μάζωξης, η Καρλίνυα φάνηκε να βγαίνει από τη γωνία μιας σκηνής και να κοντοστέκεται στη θέα της Εγκουέν και των Καθημένων. Γαλήνια ως το έπακρο συνήθως, η Λευκή αδελφή έμεινε εμβρόντητη και το ωχρό της πρόσωπο αναψοκοκκίνισε πριν απομακρυνθεί βιαστικά κοιτώντας προς τα πίσω, πάνω από τον ώμο της. Η Εγκουέν συγκράτησε έναν μορφασμό. Κανείς δεν την πρόσεξε, μια κι όλοι ασχολούνταν με το τι σκόπευε να κάνει εκείνο το πρωί, αλλά αργά ή γρήγορα κάποιος θα παρατηρούσε κάτι και θα αναρωτιόταν.
Πετώντας πίσω τον καλαίσθητα κεντημένο μανδύα της, για να αποκαλύψει το στενό μπλε επώμιο της Τηρήτριας, η Σέριαμ απηύθυνε μια τυπική υπόκλιση στην Εγκουέν —όσο τουλάχιστον της επέτρεπε η ογκώδης ενδυμασία της— προτού πάρει θέση πλάι της. Τυλιγμένη σε στρώσεις εξαιρετικού μάλλινου υφάσματος και μεταξιού, η γυναίκα με τα φλογάτα μαλλιά ήταν η προσωποποίηση της αταραξίας. Με ένα νεύμα της Εγκουέν, έκανε ένα βήμα μπροστά για να απαγγείλει το πανάρχαιο τυπικό με πεντακάθαρη και στεντόρεια φωνή.
«Έρχεται, έρχεται! Ο Φύλακας των Σφραγίδων, η Φλόγα της Ταρ Βάλον, η Έδρα της Άμερλιν. Προσοχή, γιατί έρχεται!» Έμοιαζε λίγο εκτός τόπου και χρόνου στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφ’ όσον η Εγκουέν βρισκόταν ήδη εκεί. Οι Καθήμενες παρέμειναν σιωπηλές, προσμένοντας. Μερικές συνοφρυώθηκαν με ανυπομονησία κι άρχισαν να παίζουν αφηρημένα με τους μανδύες ή με τις φούστες τους.
Η Εγκουέν τράβηξε τον δικό της μανδύα, αποκαλύπτοντας το επιτραχήλιο με τις επτά λωρίδες που ήταν τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό της. Ήταν αναγκαίο να υπενθυμίζει διαρκώς σε αυτές τις γυναίκες ότι ήταν όντως η Έδρα της Άμερλιν. «Όλες μας είμαστε κουρασμένες από το ταξίδι με αυτόν τον καιρό», ανακοίνωσε, όχι τόσο δυνατά όσο η Σέριαμ, αλλά αρκετά ώστε να ακουστεί παντού. Αισθάνθηκε ένα μυρμήγκιασμα προσδοκίας, ένα σχεδόν ανάλαφρο ρίγος συγκίνησης, που δεν διέφερε πολύ από ζαλάδα. «Αποφάσισα να σταματήσουμε εδώ για δύο μέρες, ίσως και τρεις». Τα λόγια της είχαν ως αποτέλεσμα να ανασηκωθούν μερικά κεφάλια με αναζωπυρωμένο ενδιαφέρον. Ήλπιζε πως η Σιουάν βρισκόταν κάπου ανάμεσα στο ακροατήριο. Πράγματι, πάσχιζε να τηρήσει τους Όρκους. «Τα άλογα χρειάζονται επίσης ανάπαυση κι, επιπλέον, σε πολλές από τις άμαξες πρέπει να γίνουν επειγόντως επισκευές. Για όλα αυτά θα φροντίσει η Τηρήτρια». Και τώρα, άρχιζε.
Δεν περίμενε ούτε καυγάδες ούτε να γίνει συζήτηση, κι όντως δεν έγινε τίποτα. Όσα είχε πει στη Σιουάν δεν ήταν υπερβολές. Πολλές αδελφές ήλπιζαν να γίνει κάποιο θαύμα, έτσι ώστε να μη χρειαστεί να βαδίσουν στην Ταρ Βάλον με όλο τον κόσμο να τις παρακολουθεί. Ακόμα και μεταξύ αυτών που ήταν πεπεισμένες έως τα κατάβαθα της ψυχής τους πως η Ελάιντα έπρεπε να εκδιωχθεί για το καλό του Πύργου, παρ’ όλα όσα είχαν κάνει, οι περισσότερες έψαχναν την ευκαιρία για να καθυστερήσουν, μήπως και το θαύμα συνέβαινε τελικά.