Выбрать главу

Μία από αυτές τις τελευταίες, η Ρομάντα, δεν περίμενε τη Σέριαμ να ολοκληρώσει την προσφώνηση. Μόλις η Εγκουέν τελείωσε όσα είχε να πει, η Ρομάντα —που φαινόταν αρκετά νεαρή, με τον σφικτό γκρίζο κότσο κρυμμένο μέσα στην κουκούλα της— απλώς απομακρύνθηκε. Με τους μανδύες τους να ανεμίζουν, η Μάγκλα, η Σαρόγια κι η Βάριλιν την ακολούθησαν τρεχάτες. Όσο, τουλάχιστον, μπορούσε να τρέξει κανείς, όταν στο κάθε του βήμα βυθιζόταν στη λάσπη έως τον αστράγαλο. Ωστόσο, τα κατάφερναν αρκετά καλά. Καθήμενες ή μη, καλά-καλά ούτε ανάσα δεν έπαιρναν δίχως την άδεια της Ρομάντα. Όταν η Λελαίν είδε τη Ρομάντα να φεύγει, μάζεψε από την ημικυκλική συγκέντρωση τη Φαζέλ, την Τακίμα και τη Λυρέλ κάνοντάς τους νόημα, κι απομακρύνθηκε χωρίς να ρίξει ματιά πίσω της, σαν χήνα με τρία ανήσυχα χηνάκια. Μπορεί αυτές οι τρεις να μην εξαρτώνταν τόσο από τη Λελαίν όσο οι άλλες από τη Ρομάντα, αλλά δεν απείχαν και πολύ. Άσε που κι οι υπόλοιπες Καθήμενες δεν είχαν υπομονή για να περιμένουν την τελική πρόταση «Απέλθετε τώρα με την ευλογία του Φωτός» να ακουστεί από τα χείλη της Σέριαμ. Η Εγκουέν στράφηκε να φύγει, με την Αίθουσα του Πύργου να έχει διασκορπιστεί ήδη προς κάθε κατεύθυνση. Αυτό το μυρμήγκιασμα που ένιωθε γινόταν όλο και πιο ισχυρό, κι όντως της προκαλούσε ναυτία.

«Τρεις μέρες», μουρμούρισε η Σέριαμ, προσφέροντας χείρα βοηθείας στην Εγκουέν για να κατέβει το αυλακωμένο μονοπάτι. Οι άκρες των λοξών πράσινων ματιών της είχαν ζαρώσει, προσδίδοντάς της μια αινιγματική έκφραση. «Εκπλήσσομαι, Μητέρα. Συγχώρεσέ με, αλλά σχεδόν κάθε φορά που επιθυμούσα να κάνουμε στάση για περισσότερο από μία μέρα, εσύ πείσμωνες σαν μουλάρι».

«Αυτό έλα να μου το ξαναπείς αφού μιλήσεις πρώτα με τους αμαξουργούς και τους πεταλωτές», της απάντησε η Εγκουέν. «Αν τα άλογα καταρρεύσουν στον δρόμο κι οι άμαξες διαλυθούν, δεν θα πάμε μακριά».

«Όπως επιθυμείς, Μητέρα», αποκρίθηκε η γυναίκα, όχι ακριβώς πράα αλλά αποδεχόμενη τα λόγια της.

Το πάτημά τους δεν ήταν καλύτερο απ’ ό,τι την προηγούμενη νύχτα και συχνά γλιστρούσαν. Βάδιζαν αργά, πιασμένες χέρι-χέρι. Η Σέριαμ στήριζε την Εγκουέν περισσότερο απ’ ό,τι ήταν απαραίτητο, αλλά το έκανε σχεδόν διακριτικά. Η Έδρα της Άμερλιν δεν επιτρεπόταν να σκουντουφλήσει και να πέσει φαρδιά πλατιά παρουσία πενήντα αδελφών κι εκατό υπηρετών, ούτε όμως έπρεπε να δώσει την εντύπωση ασθενικής γυναίκας που χρειάζεται στήριγμα.

Οι πιο πολλές από τις αδελφές που είχαν ορκιστεί στην Εγκουέν, συμπεριλαμβανομένης της Σέριαμ, το έκαναν στην πραγματικότητα από φόβο κι αυτοσυντήρηση. Αν η Αίθουσα μάθαινε πως είχαν στείλει αδελφές να μεταπείσουν τις Άες Σεντάι κι, ακόμη χειρότερα, ότι δεν αποκάλυψαν το γεγονός επειδή φοβούνταν μήπως υπήρχαν Σκοτεινόφιλες ανάμεσα στις Καθήμενες, σίγουρα θα περνούσαν το υπόλοιπο μέρος της ζωής τους μετανοώντας στην εξορία. Έτσι, όσες πίστευαν ότι μπορούσαν με κάποιον τρόπο να ελέγξουν την Εγκουέν σαν να ήταν πιόνι, βρέθηκαν να παίρνουν όρκο υπακοής απέναντι της μόλις εξανεμίστηκε το μεγαλύτερο μέρος της επιρροής τους στην Αίθουσα. Κάτι σπάνιο, ακόμα και στις απόκρυφες ιστορίες· οι αδελφές υποτίθεται πως υπακούουν μία Άμερλιν, αλλά ο όρκος αφοσίωσης ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Οι περισσότερες έμοιαζαν ενοχλημένες από αυτό, ωστόσο υπάκουαν. Ελάχιστες ήταν τόσο κακές όσο η Καρλίνυα, αλλά η Εγκουέν είχε ακούσει τα δόντια της Μπεόνιν να τρίζουν όταν η τελευταία την είχε πρωτοδεί μαζί με τις Καθήμενες, αμέσως μετά τον όρκο. Η Μόρβριν έπαιρνε μια έκφραση απορίας όποτε το βλέμμα της έπεφτε πάνω στην Εγκουέν, λες και δεν πίστευε στα μάτια της, ενώ η Νισάο έμοιαζε διαρκώς συνοφρυωμένη. Η Ανάγια δεν έπαυε να μιλάει για την ανάγκη μυστικότητας κι η Μυρέλ μόρφαζε δειλά, κι ο λόγος δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι είχε πάρει τον όρκο. Η Σέριαμ όμως είχε αναλάβει για τα καλά τον ρόλο της Τηρήτριας των Χρονικών για την Εγκουέν, κι όχι κατ’ όνομα μόνο.

«Επί τη ευκαιρία, Μητέρα, θα ήθελα να προτείνω να ρίξουμε μια ματιά στη γύρω περιοχή, για να δούμε κατά πόσον καλύπτει τις ανάγκες μας σε τροφή και ζωοτροφές. Οι προμήθειές μας κοντεύουν να τελειώσουν». Η Σέριαμ συνοφρυώθηκε, δείχνοντας ανήσυχη. «Ειδικά σε ό,τι αφορά το τσάι και το αλάτι, μολονότι αμφιβάλλω αν θα τα βρούμε εδώ».

«Κάνε ό,τι μπορείς», αποκρίθηκε η Εγκουέν με καθησυχαστικό τόνο. Της προκαλούσε μεγάλη εντύπωση το γεγονός πως κάποτε αντιμετώπιζε τη Σέριαμ με δέος και πως φοβόταν πολύ μήπως και τη δυσαρεστούσε. Παραδόξως τώρα, που δεν ήταν πια Κυρά των Μαθητευομένων και που δεν πάσχιζε να φέρει την Εγκουέν στα μέτρα της για να κάνει αυτό που επιθυμούσε, η Σέριαμ έδειχνε πιο ευτυχισμένη. «Σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, Σέριαμ». Το πρόσωπο της γυναίκας έλαμψε με τη φιλοφρόνηση.