Выбрать главу

Ο ήλιος δεν είχε ακόμα φανεί πάνω από τις σκηνές και τις άμαξες στα ανατολικά, αλλά ο καταυλισμός έσφυζε ήδη από ζωή. Κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή. Μόλις τελείωσε η ώρα του πρωινού, οι μάγειροι άρχισαν να καθαρίζουν, βοηθούμενες από ένα στίφος μαθητευομένων. Έκαναν τις δουλειές τους με τέτοια ζέση, ώστε οι γυναίκες έμοιαζαν να βρίσκουν ευχαρίστηση και θαλπωρή καθώς έτριβαν τα καζάνια με χιόνι, αλλά οι μάγειροι αγκομαχούσαν, με τις πλάτες σκυφτές, σταματώντας να πάρουν ανάσα και να τραβήξουν τους μανδύες πάνω στο κορμί τους και κοιτώντας το χιόνι με βλέμμα μελαγχολικό. Υπηρέτες που τουρτούριζαν από το κρύο και που φορούσαν όλα τους τα ρούχα, το ένα πάνω στο άλλο, ενώ είχαν ξεκινήσει σαν αυτόματα να αποσυναρμολογούν τις σκηνές και να φορτώνουν τις άμαξες, αμέσως μόλις τελείωσαν το βιαστικό τους πρόγευμα, άρχισαν να τις στήνουν ξανά και να τραβούν τα σεντούκια έξω από τα καρότσια. Ζώα μέχρι πρότινος ζεμένα οδηγούνταν από τους αποκαμωμένους εκπαιδευτές τους, οι οποίοι περπατούσαν με σκυμμένο κεφάλι. Η Εγκουέν άκουσε μερικά μουρμουρητά από κάποιους άντρες που δεν είχαν προσέξει πως υπήρχαν αδελφές τριγύρω, αν κι οι περισσότεροι ήταν τόσο κουρασμένοι που δεν είχαν το κουράγιο να διαμαρτυρηθούν.

Οι περισσότερες από τις Άες Σεντάι που είχαν στήσει τις σκηνές τους εξαφανίστηκαν στο εσωτερικό, κάμποσες όμως εξακολουθούσαν να δίνουν διαταγές στους εργάτες, ενώ άλλες προχωρούσαν βιαστικά στα βαθουλωτά μονοπάτια για να κάνουν διάφορα θελήματα. Αντίθετα με τους άλλους, επιφανειακά δεν έδειχναν κουρασμένες, όπως εξάλλου κι οι Πρόμαχοι, οι οποίοι έμοιαζαν να έχουν κοιμηθεί όσο χρειαζόταν μια τέτοια ανοιξιάτικη μέρα. Η Εγκουέν υπέθεσε πως είχε να κάνει με την ενέργεια που απορροφά μια αδελφή από τον Πρόμαχο της, κάτι που ελάχιστη σχέση είχε με αυτό που μπορούσε να κάνει η ίδια με τον δεσμό. Όταν ο Πρόμαχος σου δεν παραδεχόταν απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του πως κρύωνε ή ότι ήταν κουρασμένος ή πεινασμένος, ήταν αναγκαίο να τον υποστηρίξεις.

Σε ένα από τα διασταυρούμενα μονοπάτια εμφανίστηκε η Μόρβριν, έχοντας το ένα χέρι της τυλιγμένο στον αγκώνα της Τακίμα. Ίσως τη στήριζε, αν κι η Μόρβριν ήταν αρκετά φαρδιά κι η κοντύτερη γυναίκα φάνταζε πιο μικροκαμωμένη απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα. Μπορεί, πάλι, να ήθελε να εμποδίσει την Τακίμα από το να δραπετεύσει. Η Μόρβριν γινόταν πολύ πεισματάρα από τη στιγμή που έβαζε κάποιον στόχο. Η έκφραση της Εγκουέν έγινε βλοσυρή. Ίσως η Μόρβριν να έψαχνε κάποια Καθήμενη για το Άτζα της, το Καφέ, η Εγκουέν ωστόσο πίστευε πως το πιθανότερο ήταν να ψάχνει την Τζάνυα ή την Εσκαράλντε. Οι δύο γυναίκες χάθηκαν πίσω από μια άμαξα με ολισθητήρες, καλυμμένη με μουσαμά, με τη Μόρβριν να σκύβει για να πει κάτι στο αυτί της συντρόφου της. Δεν ήταν εύκολο να συμπεράνει κατά πόσον η Τακίμα τής έδωσε ιδιαίτερη σημασία.

«Συμβαίνει τίποτα, Μητέρα;»

Η Εγκουέν χαμογέλασε, αν και κάπως σφικτά. «Τίποτα το ιδιαίτερο, Σέριαμ, τα συνηθισμένα».

Στο Σπουδαστήριο της Άμερλιν, η Σέριαμ αναχώρησε για να ασχοληθεί με τις εργασίες που της είχε αναθέσει η Εγκουέν. Η Εγκουέν, όταν μπήκε μέσα, βρήκε τα πάντα έτοιμα. Θα της έκανε μεγάλη εντύπωση αν αντίκριζε οτιδήποτε άλλο. Η Σέλαμι μόλις απίθωνε έναν δίσκο με τσάι πάνω στο τραπέζι. Ένα εργόχειρο από χάντρες με λαμπερά χρώματα διέτρεχε το λεπτό σαν ράγα μπούστο της γυναίκας, κατηφορίζοντας έως τα μανίκια της. Με τη μακριά της μύτη κρατημένη ψηλά, δεν έμοιαζε με υπηρέτρια εκ πρώτης όψεως, αλλά φρόντιζε έτσι ώστε να μη λείπουν τα απαραίτητα. Δυο μαγκάλια γεμάτα αναμμένα κάρβουνα είχαν κρυώσει κάπως από τον παγωμένο αέρα, αν και το μεγαλύτερο μέρος της θερμότητας διέφευγε από την καπνοδόχο. Αποξεραμένα βότανα πασπαλισμένα πάνω στα κάρβουνα προσέδιδαν μια ευχάριστη μυρωδιά στον καπνό που είχε απομείνει, ο χτεσινοβραδινός δίσκος είχε απομακρυνθεί κι οι φανοί και τα κεριά ήταν στολισμένα κι αναμμένα ξανά. Κανείς δεν θα έβγαινε από μια σκηνή αρκετά ανοικτή για να αφήνει το εξωτερικό φως να μπαίνει μέσα.

Η Σιουάν βρισκόταν επίσης εκεί, έχοντας μια στοίβα χαρτιά στα χέρια της, μια ενοχλημένη έκφραση στο πρόσωπο της και μια μουντζαλιά από μελάνι στη μύτη της. Η θέση της γραμματέως ήταν ένας ακόμα καλός λόγος για κουβεντολόι ανάμεσα στις δύο γυναίκες, και τη Σέριαμ δεν την πείραζε διόλου να παρατήσει τη δουλειά. Ωστόσο, κι η Σιουάν γκρίνιαζε συχνά. Για γυναίκα που ελάχιστα είχε απομακρυνθεί από τον Πύργο από τότε που εισήλθε ως μαθητευόμενη, είχε μια έντονη απέχθεια να κάθεται μέσα. Προς το παρόν, ήταν η προσωποποίηση της γυναίκας που είναι υπομονετική κι επιθυμεί να το ξέρουν όλοι.

Παρά την ψηλομύτικη στάση της, η Σέλαμι χαζογελούσε κι υποκλινόταν τόσο έντονα, που η αφαίρεση του μανδύα και των γαντιών της Εγκουέν μεταβλήθηκε σχεδόν σε μικρή και σύνθετη τελετουργία. Η γυναίκα άρχισε να φλυαρεί, πασχίζοντας να πείσει τη Μητέρα να ξεκουράσει τα πόδια της, να της φέρει ένα κάλυμμα για τα γόνατα και να μείνει κοντά της για την περίπτωση που θα χρειαζόταν κάτι άλλο, μέχρι που η Εγκουέν αναγκάστηκε να τη διώξει. Το τσάι είχε γεύση μέντας. Με αυτόν τον καιρό! Η Σέλαμι ήταν ένα βάσανο. Δύσκολα θα έλεγες πως ήταν αφοσιωμένη, αλλά τουλάχιστον προσπαθούσε.