Выбрать главу

Πολλά είχαν συμβεί μέσα σε τρεις χιλιάδες και πλέον χρόνια ιστορίας, τα περισσότερα εκ των οποίων θάφτηκαν και παρέμειναν κρυμμένα από τα μάτια των πολλών, κι ωστόσο η Σιουάν έμοιαζε να γνωρίζει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Θα πρέπει να είχε περάσει κάμποσο καιρό στον Πύργο θαμμένη κυριολεκτικά σε αυτές τις μυστικές ιστορίες, η Εγκουέν ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Αν μπορούσε, θα απέφευγε τη μοίρα της Σέιν, αλλά δεν θα ήταν πια η ίδια. Θα γινόταν λίγο καλύτερη από τη Σεμάιλε Σόρενθεν. Αρκετό καιρό πριν από το τέλος της εξουσίας της, η πιο σημαντική απόφαση που είχε απομείνει πια στην κρίση της Σεμάιλε ήταν τι ρούχα να φορέσει. Κάποια στιγμή έπρεπε να ζητήσει από τη Σιουάν να της εξιστορήσει τα γεγονότα του Έτους των Τεσσάρων Άμερλιν, αλλά δεν βιαζόταν και τόσο.

Η μετακινούμενη ακτίνα φωτός από την καπνοδόχο στο ταβάνι έδειχνε πως το πρωινό είχε προχωρήσει και κόντευε μεσημέρι, αλλά η στοίβα με τα χαρτιά της Σιουάν δεν έλεγε να λιγοστέψει. Οποιαδήποτε παρεμβολή θα ήταν καλοδεχούμενη, ακόμα κι αν επρόκειτο για πρόωρη ανακάλυψη. Τέλος πάντων, αυτό ήταν λίγο υπερβολικό.

«Τι άλλο υπάρχει, Σιουάν;» γρύλισε.

Μια φευγαλέα κίνηση τράβηξε το βλέμμα της Άραν’γκαρ κι η γυναίκα πάσχισε να διακρίνει κάτι μέσα από τα δέντρα προς το μέρος που είχε στήσει καταυλισμό ο στρατός, έναν σκοτεινό δακτύλιο γύρω από τις σκηνές των Άες Σεντάι. Μια φάλαγγα από άμαξες πάνω σε έλκηθρα μετακινούνταν αργά προς τα ανατολικά, συνοδευόμενες από έφιππους άντρες. Ο ωχρός ήλιος αντανακλούσε πάνω στους θώρακες και στις αιχμές των δοράτων. Δεν μπόρεσε να κρύψει έναν περιφρονητικό καγχασμό. Δόρατα κι άλογα! Ένας πρωτόγονος όχλος, που δεν θα προχωρούσε γρηγορότερα από το περπάτημα ενός ανθρώπου, καθοδηγούμενος από έναν άντρα ανίδεο για το τι συνέβαινε εκατό μίλια πιο μακριά. Οι Άες Σεντάι; Θα μπορούσε να τις αφανίσει όλες και να μην καταλάβαιναν καν ποιος τις σκότωσε όταν θα άφηναν την τελευταία τους πνοή. Βέβαια, δεν θα τη γλίτωνε για πολύ καιρό. Η σκέψη αυτή την έκανε να αναρριγήσει. Ο Μέγας Άρχων δεν έδινε σε πολλούς μία δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, κι η ίδια δεν σκόπευε να πετάξει τη δική της. Περίμενε μέχρι να χαθούν οι καβαλάρηδες μέσα στο δάσος, κι έπειτα κίνησε για τον καταυλισμό, ενώ στο μυαλό της τριγυρνούσαν άσκοπα τα όνειρα εκείνης της νυχτιάς. Πίσω της, το μαλακό χιόνι θα έκρυβε αυτό που είχε θάψει μέχρι το ξεπάγωμα που θα έφερνε η άνοιξη, αρκετό καιρό δηλαδή. Κάποιοι από τους άντρες του καταυλισμού μπροστά της την πρόσεξαν κι άφησαν τις εργασίες τους για να την παρακολουθήσουν. Άθελά της, χαμογέλασε κι ίσιωσε τη φούστα πάνω από τους γοφούς της. Της ήταν πολύ δύσκολο πια να θυμηθεί πώς ήταν να ζει ένας άντρας· θα πρέπει να ήταν πολύ ανόητη για να την παραπλανήσουν τόσο εύκολα. Το να περάσει μέσα από όλο αυτό το σμάρι απαρατήρητη μαζί με ένα πτώμα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, ακόμα και γι’ αυτήν, αλλά απόλαυσε τον δρόμο της επιστροφής.

Ολόκληρο το πρωινό ήταν βυθισμένες μέσα σε αυτό το φαινομενικά ατελείωτο χαρτομάνι, μέχρι που συνέβη αυτό που η Εγκουέν ήξερε ότι θα συμβεί. Υπήρχαν κάποια καθημερινά γεγονότα που κανείς δεν αμφέβαλλε ότι θα συμβούν, όπως το τσουχτερό κρύο, το χιόνι, τα σύννεφα, ο γκρίζος ουρανός κι ο άνεμος. Σε αυτά τα συμβάντα ανήκαν κι οι επισκέψεις της Λελαίν και της Ρομάντα.

Κουρασμένη από το πολύωρο καθισιό, η Εγκουέν τέντωνε τα πόδια της, όταν η Λελαίν μπήκε ορμητικά στη σκηνή, ακολουθούμενη κατά πόδας από τη Φαολάιν. Ο παγερός αέρας ξεχύθηκε στο εσωτερικό πριν η υφασμάτινη είσοδος προλάβει να τον σταματήσει. Κοιτώντας τριγύρω με έναν αέρα αποδοκιμασίας, η Λελαίν έβγαλε τα γαλάζια δερμάτινα γάντια της, επιτρέποντας στη Φαολάιν να πετάξει από τους ώμους της τον μανδύα με τη φόδρα από γούνα λύγκα. Λυγερόκορμη και γεμάτη αξιοπρέπεια μέσα στο βαθυγάλαζο μετάξι, με ματιά διαπεραστική, η στάση της έδειχνε πως θα μπορούσε να βρίσκεται στη δική της σκηνή. Με μια αδιάφορη κίνηση, η Φαολάιν παραμέρισε γεμάτη σεβασμό σε μια γωνιά, κρατώντας το ρούχο της γυναίκας και ξαναφορώντας τον μανδύα της. Ήταν ολοφάνερο πως ετοιμαζόταν να φύγει με την πρώτη αποπεμπτική κίνηση εκ μέρους της Καθήμενης. Τα σκούρα χαρακτηριστικά της ήταν ένα μείγμα παραίτησης και πραότητας, κάτι που δεν ανταποκρινόταν στην ψυχοσύνθεσή της.

Η επιφυλακτική στάση της Λελαίν έσπασε για μια στιγμή κι η γυναίκα χάρισε ένα απρόσμενα ζεστό χαμόγελο προς το μέρος της Σιουάν. Χρόνια πριν ήταν φίλες κι η Λελαίν της είχε προσφέρει κάτι σαν την προστασία που είχε αποδεχτεί η Φαολάιν, την περιφρούρηση εκ μέρους μιας Καθήμενης, ένα προστατευτικό χέρι ενάντια στον χλευασμό και τις κατηγορίες των άλλων αδελφών. Αγγίζοντας το μάγουλο της Σιουάν, η Λελαίν μουρμούρισε απαλά κάτι που έμοιαζε συμπονετικό. Η Σιουάν κοκκίνισε κι, άξαφνα, η αβεβαιότητα άστραψε στο πρόσωπό της. Δεν προσποιούνταν, η Εγκουέν ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Η Σιουάν δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα με αυτό που όντως την είχε αλλάξει, κι ακόμα περισσότερο με το πόσο εύκολα προσαρμοζόταν.