Η Λελαίν έριξε μια ματιά στο σκαμνί μπροστά στο τραπέζι κι, ως συνήθως, απέρριψε εμφανώς ένα τόσο ασταθές κάθισμα. Μόνο τότε πρόσεξε την παρουσία της Εγκουέν, σκύβοντας ελάχιστα το κεφάλι της. «Πρέπει να μιλήσουμε για τους Θαλασσινούς, Μητέρα», είπε, και, δεδομένου ότι απευθυνόταν σε μια Έδρα της Άμερλιν, ο τόνος της φωνής της παραήταν σταθερός.
Η Εγκουέν αισθάνθηκε την καρδιά της να κατρακυλά στον λαιμό της, όταν συνειδητοποίησε πως η Λελαίν γνώριζε ήδη αυτά που της είχε πει ο Άρχοντας Μπράυν. Ήξερε ακόμα και τη συνάντηση που κανόνιζε. Την επόμενη στιγμή, η καρδιά της αναπήδησε ξανά. Οι Θαλασσινοί; Σίγουρα η Αίθουσα δεν μπορεί να είχε μάθει για την παράλογη συμφωνία που είχαν συνάψει μαζί τους η Νυνάβε κι η Ηλαίην. Αδυνατούσε να φανταστεί τι ήταν αυτό που τις είχε οδηγήσει σε μια τέτοια καταστροφή, δεν ήξερε καν πώς να χειριστεί το ζήτημα.
Νιώθοντας το στομάχι της ταραγμένο, πήρε θέση πίσω από το τραπέζι δίχως να αποκαλύψει κάτι απ’ όσα ένιωθε. Κι αυτό το ηλίθιο πόδι της καρέκλας δίπλωσε και κόντεψε να τη ρίξει κάτω στο χαλί, πριν προλάβει να το ισιώσει ξανά. Ήλπιζε να μην είχαν βαφτεί κόκκινα τα μάγουλά της. «Εννοείς τους Θαλασσινούς στο Κάεμλυν ή στην Καιρχίν;» Ναι, η ερώτηση είχε μια χροιά ηρεμίας και ψυχραιμίας.
«Στην Καιρχίν». Η διαπεραστική και καμπανιστή φωνή της Ρομάντα έμοιαζε με ξαφνική κωδωνοκρουσία. «Στην Καιρχίν, σίγουρα». Η είσοδος της έκανε αυτή της Λελαίν να μοιάζει σχεδόν άτολμη, κι η επιβλητική της προσωπικότητα γέμισε τη σκηνή. Η Ρομάντα δεν χάριζε ζεστά χαμόγελα. Μπορεί να είχε ένα πολύ ευπαρουσίαστο πρόσωπο, αλλά δεν ήταν κατάλληλο για τέτοια.
Η Τέοντριν την ακολουθούσε από κοντά κι η Ρομάντα στριφογύρισε επιδεικτικά τον μανδύα της και τον πέταξε στη λεπτή αδελφή με τα ροδαλά μάγουλα, με μια κίνηση τόσο επιτακτική που έστειλε την Τέοντριν βιαστικά στη γωνία, απέναντι από τη Φαολάιν. Η Φαολάιν ήταν εμφανώς υποταγμένη, αλλά τα λοξά μάτια της Τέοντριν ήταν γουρλωτά, σαν να ήταν μονίμως αιφνιδιασμένη, έτοιμη λες να της κοπεί η ανάσα. Όπως κι η Φαολάιν, η σωστή θέση που έπρεπε να πάρει στην ιεραρχία των Άες Σεντάι απαιτούσε καλύτερη εκμίσθωση, κάτι που καμιά τους δεν θα λάμβανε σύντομα.
Το ακαταμάχητο βλέμμα της Ρομάντα στάθηκε για λίγο πάνω στη Σιουάν, σαν να αναλογιζόταν αν έπρεπε να τη στείλει κι αυτή στη γωνία. Κατόπιν, προσπέρασε σχεδόν αποπεμπτικά τη Λελαίν και σταμάτησε στην Εγκουέν. «Φαίνεται πως αυτός ο νεαρός μίλησε με τις Θαλασσινές, Μητέρα, κάτι που έχει εξάψει την περιέργεια των κατασκόπων του Κίτρινου Άτζα στην Καιρχίν. Έχεις καμιά ιδέα τι ενδιαφέρον μπορεί να βρίσκει στους Άθα’αν Μιέρε;»
Παρά τον τίτλο της, τα λόγια της Ρομάντα δεν έδιναν την εντύπωση ότι απευθυνόταν σε μια Έδρα της Άμερλιν, κάτι που ούτως ή άλλως δεν έκανε ποτέ. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία για το ποιος ήταν αυτός ο «νεαρός». Κι η τελευταία αδελφή στον καταυλισμό αποδεχόταν τον Ραντ ως Αναγεννημένο Δράκοντα, αλλά αν τις άκουγε κανείς να μιλούν, θα έμενε με την εντύπωση πως αναφέρονταν σε έναν ανυπάκουο πιτσιρικά που μπορεί να μεθούσε και να ξερνούσε πάνω στο τραπέζι.
«Ιδέα δεν έχει για το τι κουβαλάει το αγόρι μέσα στο κεφάλι του», είπε η Λελαίν πριν ακόμα η Εγκουέν προλάβει να ανοίξει το στόμα της. Το χαμόγελο της δεν ήταν διόλου θερμό αυτή τη φορά. «Αν υπάρχει περίπτωση να βρούμε μια απάντηση, Ρομάντα, μονάχα στο Κάεμλυν μπορεί να βρεθεί. Οι Άθα’αν Μιέρε εκεί δεν είναι ξεκομμένοι πάνω σε ένα πλοίο και πολύ αμφιβάλλω αν οι υψηλόβαθμοι Θαλασσινοί ήρθαν τόσο μακριά από τη θάλασσα για το τίποτα. Ποτέ δεν άκουσα να κάνουν κάτι τέτοιο δίχως λόγο. Το πιθανότερο είναι ότι ενδιαφέρονται γι’ αυτόν. Μάλλον ξέρουν πια ποιος είναι».
Η Ρομάντα ανταπέδωσε το χαμόγελο και τα τοιχώματα της σκηνής ήταν σαν να καλύφτηκαν από παγετό. «Δεν είναι ανάγκη να συζητούμε το προφανές, Λελαίν. Η πρώτη ερώτηση είναι πώς θα τον βρούμε».
«Έτοιμη ήμουν να το αναλύσω, όταν μπήκες σαν σίφουνας, Ρομάντα. Την επόμενη φορά που η Μητέρα θα συναντήσει την Ηλαίην ή τη Νυνάβε στον Τελ’αράν’ριοντ, θα χρειαστεί να δώσει οδηγίες. Όταν φθάσει στο Κάεμλυν, η Μέριλιλ μπορεί να ανακαλύψει τι είναι αυτό που θέλουν οι Άθα’αν Μιέρε ή τι κάνει αυτό το αγόρι. Κρίμα που τα κορίτσια δεν επιθυμούν να βαδίσουν βάσει σχεδίου, αλλά ας το παρακάμψουμε αυτό. Η Μέριλιλ μπορεί να συναντηθεί με κάποια Καθήμενη μόλις μάθει τι συμβαίνει». Η Λελαίν έκανε μια αδιόρατη χειρονομία. Ήταν προφανές πως η περί ης ο λόγος Καθήμενη ήταν η ίδια. «Σκέφτηκα πως το Σαλιντάρ θα ήταν το κατάλληλο μέρος».