Выбрать главу

Η Ρομάντα ρουθούνισε εύθυμα. Ούτε καν σε αυτή της την ενέργεια δεν υπήρχε η παραμικρή ζεστασιά. «Πιο εύκολα καθοδηγείς τη Μέριλιλ, παρά την αναγκάζεις να σε υπακούσει, Λελαίν. Νομίζω πως έχει υπ’ όψιν της πως θα βρεθεί προ αυστηρών ερωτήσεων. Αυτό το Κύπελλο των Ανέμων θα έπρεπε να έρθει πρώτα στα χέρια μας, για μελέτη. Πιστεύω πως καμία από τις αδελφές στο Έμπου Νταρ δεν έχει ικανότητα στον Χορό των Σύννεφων και το αποτέλεσμα το βλέπεις σε όλη αυτή την αναστάτωση. Σκέφτηκα να υποβάλω ερώτηση στην Αίθουσα σχετικά με όσους είναι αναμεμειγμένοι στην υπόθεση». Ξαφνικά, η φωνή της γκριζομάλλας γυναίκας έγινε μαλακή σαν βούτυρο. «Απ’ όσο θυμάμαι, υποστήριξες την εκλογή της Μέριλιλ».

Η Λελαίν τινάχτηκε απότομα κι η ματιά της άστραψε. «Υποστήριξα αυτήν που προώθησε το Γκρίζο Άτζα, Ρομάντα, και τίποτα περισσότερο», είπε αγανακτισμένη. «Πού να φανταστώ πως θα αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει το Κύπελλο εκεί; Και, μάλιστα, να συμπεριλάβει αδέσποτες Θαλασσινές στον κύκλο! Πώς είναι δυνατόν να πίστευε ότι αυτές γνώριζαν να ελέγχουν τον καιρό όπως οι Άες Σεντάι;» Άξαφνα, η οργή της υποχώρησε. Υπερασπιζόταν τον εαυτό της απέναντι στην ισχυρότερη αντίπαλο της στην Αίθουσα, τη μόνη αληθινή της αντίπαλο. Κι ακόμα χειρότερα, συμφωνούσε μαζί της αναφορικά με τις Θαλασσινές. Εντάξει, μπορεί σε τελική ανάλυση να συμφωνούσε, αλλά το να το εκφράζει κιόλας είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.

Το ψυχρό χαμόγελο της Ρομάντα βάθυνε καθώς το πρόσωπο της Λελαίν έγινε ωχρό από μανία. Ίσιωσε σχολαστικά τη φούστα της, που είχε το χρώμα του μπρούντζου, ενώ η Λελαίν έψαχνε κάποιον τρόπο να αλλάξει θέμα. «Θα δούμε ποια θα είναι η στάση της Αίθουσας, Λελαίν», είπε τελικά. «Μέχρι να τεθεί το σχετικό ερώτημα, νομίζω πως είναι καλύτερα να μη συναντηθεί η Μέριλιλ με κάποια από τις Καθήμενες που ανακατεύτηκαν στην επιλογή της. Ακόμα κι η υποψία συνεργασίας θα αντιμετωπιστεί με μισό μάτι. Είμαι σίγουρη πως συμφωνείς να αναλάβω να της μιλήσω εγώ».

Το πρόσωπο της Λελαίν χλώμιασε, κάπως διαφορετικά αυτή τη φορά. Δεν ήταν φοβισμένη, όχι επιφανειακά τουλάχιστον, ωστόσο η Εγκουέν κατάλαβε αμέσως πως η γυναίκα μετρούσε τους συμμάχους και τους εχθρούς της. Η συνεργασία θεωρούνταν εξίσου σοβαρό παράπτωμα με την προδοσία και δεν απαιτούσε γενική ομοφωνία. Το πιθανότερο ήταν πως θα απέφευγε τη σχετική κατηγορία, αλλά τα επιχειρήματα θα ήταν έντονα και καυστικά. Μπορεί ακόμα και να διόγκωνε την κλίκα της Ρομάντα, κι αυτό θα προκαλούσε αναρίθμητα προβλήματα όσον αφορά στο κατά πόσον θα καρποφορούσαν τα σχέδια της Εγκουέν. Ήταν αδύνατον να κάνει κάτι για να το σταματήσει, παρεκτός αν αποκάλυπτε τι πραγματικά είχε συμβεί στο Έμπου Νταρ. Ήταν σαν να τους ζητούσε να την αφήσουν να αποδεχθεί την προσφορά της Φαολάιν και της Τέοντριν.

Η Εγκουέν πήρε μια ανάσα. Αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να εμποδίσει να γίνει το Σαλιντάρ σημείο συνάντησης στον Τελ’αράν’ριοντ. Εκεί συνήθιζε να συναντά την Ηλαίην και τη Νυνάβε, όποτε συναπαντώνταν, μια κι είχε πολλές μέρες να τις δει. Με τις Καθήμενες να μπαινοβγαίνουν στον Κόσμο των Ονείρων, ήταν δύσκολο να βρεις ένα μέρος ελεύθερο από εκείνες. «Την επόμενη φορά που θα συναντήσω την Ηλαίην ή τη Νυνάβε, θα διαβιβάσω τις οδηγίες σου σχετικά με τη Μέριλιλ. Θα σε ειδοποιήσω όποτε είναι έτοιμη να σε συναντήσει». Πράγμα που μπορεί να μη συνέβαινε ποτέ, από τη στιγμή που θα τελείωνε με τις οδηγίες.

Τα κεφάλια των Καθημένων στράφηκαν απότομα και δύο ζευγάρια μάτια την κοίταξαν έντονα. Είχαν ξεχάσει πως βρισκόταν εκεί! Πασχίζοντας να διατηρήσει την ηρεμία στο πρόσωπό της, συνειδητοποίησε πως με τη μύτη του ποδιού της χτυπούσε εκνευρισμένη το πάτωμα, και σταμάτησε. Έπρεπε για λίγο ακόμα να συνεχίσει να δίνει την εντύπωση που είχαν οι άλλες για το άτομο της. Για λίγο ακόμα. Τουλάχιστον, δεν ένιωθε ναυτία πια. Απλώς ήταν κάπως θυμωμένη.

Εκείνη τη στιγμή της σιωπής, η Τσέσα μπήκε μέσα ορμητικά μεταφέροντας το μεσημεριανό φαγητό της Εγκουέν σε έναν δίσκο τυλιγμένο με ύφασμα. Ήταν μια μεσήλικη μαυρομάλλα, παχουλή και χαριτωμένη, που κατάφερνε να δείχνει τον απαιτούμενο σεβασμό δίχως την παραμικρή δουλοπρέπεια. Η υπόκλισή της ήταν εξίσου απλή με το σκούρο γκρίζο φόρεμά της, με την απέριττη δαντέλα στον λαιμό. «Συγχώρεσέ με που διακόπτω, Μητέρα Άες Σεντάι. Συγγνώμη που άργησα, αλλά φαίνεται πως η Μέρι είχε αλλού το μυαλό της». Πλατάγισε τη γλώσσα της εξοργισμένη καθώς ακουμπούσε τον δίσκο μπροστά στην Εγκουέν. Η αφηρημάδα δεν ταίριαζε στη Μέρι. Αυτή η πεισματάρα γυναίκα δεν συγχωρούσε τα λάθη ούτε στον εαυτό της ούτε στους άλλους.