Выбрать главу

Η Ρομάντα συνοφρυώθηκε αλλά δεν είπε τίποτα. Στο κάτω-κάτω, δεν είχε κανέναν λόγο να δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μια υπηρέτρια την Εγκουέν, κι ειδικά όταν η συγκεκριμένη γυναίκα τύγχανε να είναι και κατάσκοπος της. Όπως ακριβώς η Σέλαμι ήταν κατάσκοπος της Λελαίν. Η Εγκουέν απόφυγε να κοιτάξει την Τέοντριν ή τη Φαολάιν, οι οποίες στέκονταν πειθήνια στη γωνία, περισσότερο σαν Αποδεχθείσες παρά ως Άες Σεντάι.

Η Τσέσα άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά το έκλεισε ξανά, τρομοκρατημένη προφανώς από τις Καθήμενες. Η Εγκουέν ανακουφίστηκε όταν η γυναίκα έκανε ακόμα μία βαθιά υπόκλιση κι απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας: «Με την άδεια σου, Μητέρα». Η συμβουλές της Τσέσα προς τις αδελφές ήταν πάντα έμμεσες παρουσία άλλων, αλλά εκείνη τη στιγμή το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε η Εγκουέν ήταν μια μετρημένη υπενθύμιση να φάει το φαγητό της πριν κρυώσει.

Η Λελαίν άρχισε να μιλάει ξανά, λες και δεν είχε υπάρξει η παραμικρή διακοπή. «Το σημαντικότερο», είπε με σταθερή φωνή, «είναι να μάθουμε τι ακριβώς θέλουν οι Άθα’αν Μιέρε. Ή τι κάνει το αγόρι. Μπορεί να θέλει να γίνει βασιλιάς τους». Τεντώνοντας τα μπράτσα της, επέτρεψε στη Φαολάιν να της φορέσει ξανά τον μανδύα, πράγμα που η μελαψή νεαρή γυναίκα έκανε με ιδιαίτερη προσοχή. «Θα θυμηθείς να με ενημερώσεις αν έχεις κάποια γνώμη επί του θέματος, Μητέρα;» Έμοιαζε με παράκληση, αλλά δεν ήταν.

«Θα σκεφτώ σοβαρά το ζήτημα», της αποκρίθηκε η Εγκουέν. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι θα μοιραζόταν οπωσδήποτε τις σκέψεις της. Ευχήθηκε να είχε έστω και μια υποψία απάντησης. Αντίθετα με την Αίθουσα, γνώριζε πολύ καλά πως οι Άθα’αν Μιέρε πίστευαν πως ο Ραντ ήταν ο Κοραμούρ της προφητείας τους, αλλά από κει και πέρα δεν είχε ιδέα —ούτε καν να φανταστεί δεν μπορούσε— τι ήθελε εκείνος από τους Θαλασσινούς ή οι Θαλασσινοί από εκείνον. Σύμφωνα με την Ηλαίην, οι Θαλασσινές που βρίσκονταν μαζί τους δεν ήξεραν τίποτα ή έτσι ισχυρίζονταν. Μακάρι έστω και μία από τις αδελφές που είχαν έρθει μαζί με τις Άθα’αν Μιέρε να βρισκόταν στον καταυλισμό. Μακάρι. Είτε έτσι είτε αλλιώς, εκείνες οι Ανεμοσκόποι θα προκαλούσαν σίγουρα πρόβλημα.

Μια κίνηση του χεριού της Ρομάντα ήταν αρκετή για να κάνει την Τέοντριν να πεταχτεί σαν αυτόματο, κρατώντας τον μανδύα των Καθήμενων. Κρίνοντας από την έκφραση της Ρομάντα, η ανάκαμψη της Λελαίν δεν την ευχαρίστησε καθόλου. «Θα θυμηθείς να πεις στη Μέριλιλ πως θα ήθελα να της μιλήσω, Μητέρα», είπε, κι αυτή τη φορά δεν υπήρχε ίχνος παράκλησης στη φωνή της.

Για μια στιγμή, οι δύο Καθήμενες απέμειναν να κοιτάζουν η μία την άλλη, ενώ η Εγκουέν είχε ξεχαστεί κάτω από την αμοιβαία έχθρα τους. Αναχώρησαν χωρίς να πουν λέξη, σπρώχνοντας σχεδόν η μία την άλλη για το ποια θα φτάσει πρώτη στην πόρτα, με τη Ρομάντα να ξεγλιστρά πρώτη τελικά σέρνοντας μαζί της την Τέοντριν. Γυμνώνοντας τα δόντια της, η Λελαίν έσπρωξε σχεδόν τη Φαολάιν να βγει πρώτη από τη σκηνή.

Η Σιουάν άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό, χωρίς να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει την ανακούφιση της.

«Με την άδειά σου, Μητέρα», μουρμούρισε ειρωνικά η Εγκουέν. «Αν ευαρεστηθείς, Μητέρα. Μπορείτε να πηγαίνετε, κόρες». Αφήνοντας έναν μακρόσυρτο αναστεναγμό, τακτοποιήθηκε ξανά στο κάθισμά της, και βρέθηκε πεσμένη σωρό κουβάρι πάνω στα χαλιά. Σηκώθηκε αργά, τίναξε κι ίσιωσε τη φούστα της κι έσιαξε το επώμιο της. Αν μη τι άλλο, ευτυχώς που οι άλλες δύο δεν ήταν παρούσες. «Πήγαινε να φας κάτι, Σιουάν, κι έλα πίσω. Έχουμε ακόμα ολόκληρη μέρα μπροστά μας».

«Μερικές πτώσεις είναι λιγότερο επώδυνες από άλλες», αποκρίθηκε η Σιουάν, μονολογώντας σχεδόν, και βγήκε έξω σκύβοντας. Πάλι καλά που βγήκε γρήγορα, γιατί η Εγκουέν έτοιμη ήταν να την επιπλήξει.

Ωστόσο, επέστρεψε σύντομα κι οι δύο γυναίκες έφαγαν ρολά με μαγειρευτά λαχανικά και γέμιση από σκληρό καρότο και κομμάτια κρέατος, το οποίο η Εγκουέν απόφυγε να κοιτάξει από κοντά. Ελάχιστες φορές τις διέκοψαν και κατά τη διάρκεια των αδιάκριτων επισκέψεων παρέμεναν σιωπηλές και προσποιούνταν πως μελετούσαν τις αναφορές. Η Τσέσα ήρθε να πάρει τον δίσκο και, λίγο αργότερα, να αντικαταστήσει τα κεριά, μια δουλειά που της προκαλούσε γκρίνια, κάτι ασυνήθιστο γι’ αυτήν.

«Ποιος θα περίμενε να εξαφανιστεί κι η Σέλαμι;» μουρμούρισε, απευθυνόμενη σχεδόν στον εαυτό της. «Χαϊδολογιέται με τους στρατιώτες, μου φαίνεται. Αυτή η Χάλιμα δεν είναι διόλου καλή επιρροή».

Ένας κοκαλιάρης νεαρός, με μύτη που διαρκώς έσταζε, ανανέωσε τα σβηστά κάρβουνα στα μαγκάλια —η Άμερλιν ζεσταινόταν περισσότερο από τις πιο πολλές, αλλά όχι ιδιαίτερα— και σκόνταψε μπερδεύοντας τα πόδια του, απομένοντας να κοιτάει σαν χαζός την Εγκουέν με έναν τρόπο που ικανοποιούσε πάρα πολύ τις δύο Καθήμενες. Η Σέριαμ φάνηκε στην είσοδο για να ρωτήσει την Εγκουέν αν είχε να της δώσει περαιτέρω εντολές —αν είναι δυνατόν— κι η συμπεριφορά της έδειχνε πως πολύ θα ήθελε να μείνει. Ίσως τα λίγα μυστικά που γνώριζε να την έκαναν νευρική. Το βλέμμα της πηδούσε από δω κι από κει ανήσυχα.