Выбрать главу

Η Εγκουέν έκανε γροθιά τις παλάμες της και τις ακούμπησε στα γόνατά της, ελπίζοντας πως η Λελαίν δεν θα την προσέξει. «Περιμένω να μου πεις».

«Δεν είσαι σε θέση να μου μιλάς κατ’ αυτόν τον τρόπο», της είπε κοφτά η Λελαίν, αλλά την επόμενη κιόλας στιγμή το χαμόγελο της επέστρεψε. «Η Αίθουσα είναι δυσαρεστημένη με σένα. Πολύ δυσαρεστημένη. Ό,τι κι αν ήταν αυτό με το οποίο σε απείλησε η Ρομάντα —και δεν είναι δύσκολο να το φανταστώ— μπορώ να σε απαλλάξω. Η Ρομάντα, από την άλλη, αναστάτωσε μερικές Καθήμενες με τις φοβέρες της. Λοιπόν, εκτός κι αν θες να βρεθείς με ακόμα λιγότερη εξουσία κι από αυτήν την ελάχιστη που έχεις τώρα, θα αφήσεις εμβρόντητη τη Ρομάντα αύριο ονοματίζοντας εμένα για να μιλήσω εκ μέρους σου. Δύσκολα θα πίστευε κανείς πως η Άραθελ κι ο Πέλιβαρ είναι αρκετά ανόητοι για να αποφύγουν τη συνάντηση αλλά, μόλις τελειώσω μαζί τους, θα φύγουν με την ουρά στα σκέλια».

«Και πώς μπορώ να είμαι σίγουρη ότι δεν θα υλοποιήσεις ούτως ή άλλως τις απειλές σου;» Η Εγκουέν ήλπιζε πως το θυμωμένο της μουρμουρητό ηχούσε περισσότερο σαν δυσθυμία. Μα το Φως, πόσο την είχαν κουράσει όλα αυτά!

«Επειδή λέω πως δεν θα το κάνω», ήταν η απότομη απάντηση της Λελαίν. «Δεν έχεις καταλάβει ακόμα πως δεν ελέγχεις τίποτα; Τα πάντα ελέγχονται από την Αίθουσα, η οποία μεσολαβεί ανάμεσα στη Ρομάντα και σε μένα. Ίσως μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια να είσαι άξια για το επιτραχήλιο, αλλά προς το παρόν κάτσε ήσυχα, σταύρωσε τα χέρια σου κι άσε κάποια που ξέρει τι κάνει να φροντίσει για την εκθρόνιση της Ελάιντα».

Όταν έφυγε η Λελαίν, η Εγκουέν απέμεινε ακόμα μια φορά να κοιτάει την είσοδο. Αυτή τη φορά, δεν άφησε την οργή να την κατακλύσει. Ίσως να είσαι άξια για το επιτραχήλιο. Δεν είχε και μεγάλη διαφορά από αυτό που της είχε πει η Ρομάντα. Κάποια που ξέρει τι κάνει. Άραγε, μήπως είχε αυταπάτες; Μήπως ήταν ένα παιδάκι έτοιμο να φέρει τη συμφορά σε κάτι που μια έμπειρη γυναίκα μπορούσε να χειριστεί με μεγαλύτερη ευκολία;

Η Σιουάν μπήκε γλιστρώντας στο εσωτερικό της σκηνής. Έμοιαζε ανήσυχη.

«Μόλις ήρθε ο Γκάρεθ Μπράυν και μου ανέφερε πως η Αίθουσα γνωρίζει τα πάντα», είπε ξερά. «Με την πρόφαση ότι έψαχνε την πουκαμίσα του. Που να πάρει η ευχή κι αυτόν και την καταραμένη την πουκαμίσα του! Η συνάντηση κανονίστηκε για αύριο, σε μια λίμνη κάπου πέντε ώρες βόρεια. Ο Πέλιβαρ κι η Άραθελ ξεκίνησαν ήδη, όπως κι ο Άεμλυν, επίσης. Είναι ο τρίτος ισχυρός Οίκος».

«Η Λελαίν κι η Ρομάντα έκριναν πως δεν έπρεπε να μου το αναφέρουν αυτό», αποκρίθηκε η Εγκουέν εξίσου ξερά. Όχι. Άσχετα αν την έπαιρναν από το χεράκι ή την άρπαζαν από τον σβέρκο για τα επόμενα εκατό, πενήντα ή ακόμα και πέντε χρόνια, θα εξακολουθούσαν να τη θεωρούν ακατάλληλη για να μάθει κάποια πράγματα. Αν ήταν να μεγαλώσει, έπρεπε να το κάνει τώρα.

«Ω, μα το αίμα και τις στάχτες», γρύλισε η Σιουάν. «Δεν αντέχω πια! Τι σου είπαν;»

«Λίγο πολύ, τα αναμενόμενα». Η Εγκουέν χαμογέλασε και μια χροιά θαυμασμού άγγιξε ακόμα και τη φωνή της. «Σιουάν, αν τους έλεγα τι να κάνουν, δεν θα τα κατάφερναν καλύτερα να μου παραδώσουν στα χέρια την Αίθουσα».

Το τελευταίο φως της ημέρας κόντευε να χαθεί καθώς η Σέριαμ πλησίαζε τη μικροσκοπική της σκηνή, μικρότερη κι από της Εγκουέν. Αν δεν ήταν Τηρήτρια, θα αναγκαζόταν να μοιραστεί μια σκηνή με κάποια άλλη. Με το που έσκυψε για να μπει μέσα, αντιλήφθηκε για μια στιγμή πως δεν ήταν μόνη, αλλά αμέσως μετά τη θωράκισαν και την έριξαν μπρούμυτα πάνω στο ράντζο. Ξαφνιασμένη, πάσχισε να φωνάξει, αλλά η άκρη μιας από τις κουβέρτες της χώθηκε στο στόμα της. Τα ρούχα και το ριχτό φόρεμα έπεσαν από το κορμί της σαν φούσκα που την κεντρίζεις και σπάει.

Ένα χέρι τη χτύπησε στο κεφάλι. «Υποτίθεται πως θα με κρατούσες ενήμερη, Σέριαμ. Αυτό το κορίτσι κάτι πάει να σκαρώσει, και θέλω να μάθω τι».

Της πήρε πολλή ώρα να πείσει την ανακρίτριά της πως της είχε ήδη πει όλα όσα γνώριζε και πως δεν θα κρατούσε τίποτα πια κρυφό, ούτε καν ψίθυρο. Όταν, τελικά, έμεινε μόνη, ζάρωσε κι άρχισε να κλαψουρίζει από το ξύλο που είχε φάει, ευχόμενη να μη μιλούσε ποτέ στη ζωή της σε αδελφή που ανήκε στην Αίθουσα.

17

Έξω, στους Πάγους

Το επόμενο πρωί, αρκετά πριν ροδίσει η αυγή, μια φάλαγγα φάνηκε να βαδίζει βόρεια από το στρατόπεδο των Άες Σεντάι, σιωπηλή σχεδόν με εξαίρεση το τρίξιμο από τις σέλες κι από τον ήχο που έκαναν οι οπλές καθώς συνέθλιβαν τη λεπτή κρούστα του χιονιού. Περιστασιακά, όλο και κάποιο άλογο ξεφυσούσε κι όλο κι ακουγόταν ο κουδουνιστός ήχος κάποιου μετάλλου, αλλά γρήγορα τον κατέπνιγε η σιωπή. Το φεγγάρι είχε ήδη δύσει κι ο ουρανός ήταν ήδη ξάστερος, αλλά το μόνο πράμα που φώτιζε το σκοτάδι ήταν η λευκή κουβέρτα που κάλυπτε τα πάντα. Όταν το πρώτο θάμπος της μέρας φάνηκε ανατολικά, η φάλαγγα προχωρούσε ήδη επί μια ώρα και περισσότερο. Όχι ότι είχαν διανύσει μεγάλη απόσταση. Σε ανοικτές εκτάσεις, η Εγκουέν επέτρεπε στον Ντάισαρ να προχωράει με αργό τριποδισμό, που είχε ως αποτέλεσμα να πιτσιλάει τον γύρω χώρο με κατάλευκο χιόνι, σαν να τον κατέβρεχε με νερό. Εντούτοις, στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, τα άλογα απλώς βάδιζαν —και μάλιστα διόλου γρήγορα— μέσα από το πενιχρό δάσος, όπου το χιόνι σχημάτιζε βαθιούς σωρούς στο έδαφος και κάλυπτε τα κλαδιά πάνω από τα κεφάλια τους. Οι βελανιδιές και τα πεύκα, οι νύσσες κι οι χαμοδάφνες, καθώς και διάφορα δέντρα που δεν αναγνώριζε, όλα έμοιαζαν ακόμα πιο βρωμισμένα και κουρελιασμένα από τις μέρες του καύσωνα και της ξηρασίας. Σήμερα ήταν η Γιορτή του Άμπραμ, αλλά αυτή τη φορά δεν θα υπήρχαν βραβεία κρυμμένα σε ψημένα γλυκίσματα μελιού. Μακάρι όμως να έδινε το Φως, έτσι ώστε κάποιοι να βρίσκονταν προ εκπλήξεων.