Ο ήλιος όλο και σκαρφάλωνε στον ουρανό, μια ωχρή χρυσαφένια μπάλα που δεν εξέπεμπε την παραμικρή ζεστασιά. Οι ανάσες εξακολουθούσαν να γδέρνουν τους λαιμούς και να παράγουν ένα συννεφάκι πάχνης. Ένας δριμύς άνεμος φυσούσε, όχι πολύ δυνατός, αν και περόνιαζε, και προς τα δυτικά μαύρα σύννεφα αναδεύονταν προς τον Βορρά, στον δρόμο για το Άντορ. Αισθάνθηκε ένα ίχνος συμπόνιας για όποιον γνώριζε από πρώτο χέρι το φορτίο που κουβαλούσαν αυτά τα σύννεφα, καθώς κι ανακούφιση που απομακρύνονταν από την πορεία τους. Μία ακόμα μέρα να περίμενε, ήταν αρκετή για να την τρελάνει. Της ήταν αδύνατον να κοιμηθεί, πιότερο εξαιτίας της ταραχής και της νευρικότητάς της παρά από τους πονοκεφάλους. Έφταιγε η νευρικότητα και τα πλοκάμια του φόβου που σέρνονταν κάτω από τις άκρες της σκηνής σαν τον παγερό αέρα. Ωστόσο, δεν ένιωθε κουρασμένη. Αισθανόταν περισσότερο σαν συσπειρωμένο ελατήριο, σαν ρολόι που το είχαν κουρδίσει στο έπακρο, γεμάτη ενέργεια που έπρεπε οπωσδήποτε να διοχετευθεί κάπου. Κι όμως, μα το Φως, υπήρχε ακόμα ο κίνδυνος να πάνε όλα χαμένα.
Η φάλαγγα ήταν εντυπωσιακή, αν και κατώτερη από τις νόρμες του Λευκού Πύργου, με τη λευκή φλόγα της Ταρ Βάλον στο κέντρο μίας σπείρας εφτά χρωμάτων, ένα για κάθε Άτζα. Κεντημένη στα κρυφά στο Σαλιντάρ, κειτόταν εδώ και καιρό στον πάτο ενός σεντουκιού, ενώ τα κλειδιά τα κατείχε η Αίθουσα. Δεν πίστευε πως θα τα έδειχναν ποτέ σε κοινή θέα, εκτός κι αν παρίστατο ανάγκη πομπώδους επίδειξης, όπως σήμερα. Χίλιοι ιππείς με μεταλλικούς θώρακες και πανοπλίες αποτελούσαν το βαρύ ιππικό συνοδείας, μια αρματωσιά από δόρατα, ξίφη, ρόπαλα και τσεκούρια που ελάχιστες φορές είχε φανεί νότια των Μεθόριων. Ο διοικητής τους ήταν ένας μονόφθαλμος Σιναρανός με ζωηρά βαμμένη καλύπτρα στο μάτι, ένας άντρας που τον είχε απαντήσει και στο παρελθόν, πριν από μια ολόκληρη Εποχή, όπως της φαινόταν. Ο Ούνο Σομέστα αντίκριζε τα δέντρα με βλέμμα αγριωπό μέσα από τις ατσάλινες μπάρες της προσωπίδας της περικεφαλαίας του, λες και περίμενε ανά πάσα στιγμή να πέσουν σε ενέδρα, ενώ εξίσου παρατηρητικοί ήταν κι οι άντρες του, στητοί πάνω στις σέλες τους.
Μπροστά τους, αόρατος σχεδόν ανάμεσα στα δέντρα, ίππευε ένας όμιλος αντρών που η μόνη τους αρματωσιά ήταν οι περικεφαλαίες κι η θωράκιση στήθους και πλάτης. Οι μανδύες τους ανέμιζαν ελεύθερα. Το ένα γαντοφορεμένο χέρι κρατούσε τα γκέμια και το άλλο άδραχνε το κοντό τόξο που κουβαλούσε ο καθένας τους, κι έτσι δεν περίσσευε κάποιο για να κρατήσει τον μανδύα και να διατηρήσει τη ζεστασιά στο κορμί. Υπήρχαν κι άλλοι ακόμα μακρύτερα, καθώς και μερικοί εκτός ορατότητας αριστερά, δεξιά και πίσω, χίλιοι όλοι κι όλοι ανιχνευτές, οι οποίοι λειτουργούσαν ως προκάλυμμα. Ο Γκάρεθ Μπράυν δεν περίμενε κάποιο τέχνασμα εκ μέρους των Αντορινών, αλλά όπως έλεγε ο ίδιος, είχε κάνει και λάθη στο παρελθόν, οι δε Μουραντιανοί ήταν ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Επιπλέον, υπήρχε η πιθανότητα να κυκλοφορούν δολοφόνοι πληρωμένοι από την Ελάιντα, ακόμα και Σκοτεινόφιλοι. Το Φως μόνο ήξερε πότε ένας Σκοτεινόφιλος αποφάσιζε να σκοτώσει ή για ποιον λόγο. Πέραν τούτου, μολονότι υποτίθεται πως οι Σάιντο απείχαν πολύ, κανείς δεν θα καταλάβαινε πως βρίσκονταν εκεί μέχρι να αρχίσουν οι σκοτωμοί. Ακόμα κι οι ληστοσυμμορίτες θα ρίσκαραν μια επίθεση σε έναν μικρό ουλαμό αντρών. Ο Άρχοντας Μπράυν δεν διακινδύνευε ποτέ δίχως λόγο κι η Εγκουέν ήταν πολύ χαρούμενη γι’ αυτό. Σήμερα, ήθελε όσο το δυνατόν περισσότερους μάρτυρες.