Выбрать главу

Η ίδια προχωρούσε μπροστά από το λάβαρο, μαζί με τη Σέριαμ, τη Σιουάν και τον Μπράυν. Οι υπόλοιποι έμοιαζαν βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Ο Άρχοντας Μπράυν καθόταν άνετα πάνω στη σέλα, ενώ η αχλή από τη σταθερή του ανάσα σχημάτιζε μια ελαφριά πάχνη πάνω στην προσωπίδα του, ωστόσο η Εγκουέν μπορούσε να διακρίνει τις ήρεμες διεργασίες του μυαλού του καθώς αποτύπωνε την περιοχή. Σε περίπτωση, δηλαδή, που χρειαζόταν να δώσει μάχη. Η Σιουάν καθόταν στη σέλα τόσο άκαμπτα, που το σίγουρο ήταν πως θα πλήγιαζε πολύ πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Ατένιζε βόρεια, λες και μπορούσε να διακρίνει τη λίμνη, και μερικές φορές ένευε ή κουνούσε το κεφάλι της. Δεν θα συμπεριφερόταν έτσι, παρεκτός αν ήταν ανήσυχη. Η Σέριαμ δεν γνώριζε περισσότερα για τα μελλούμενα από τις Καθήμενες, ωστόσο έμοιαζε ακόμα πιο νευρική από τη Σιουάν, έτσι καθώς κουνιόταν διαρκώς πάνω στη σέλα της κι έκανε γκριμάτσες. Για κάποιον λόγο, η οργή άστραφτε στα πράσινα μάτια της.

Λίγο πιο πίσω από το λάβαρο, ακολουθούσε ολόκληρη η Αίθουσα του Πύργου σε διπλή σειρά, φορώντας κεντητά μετάξια και ζωηρά βελούδα, καθώς επίσης γούνες και μανδύες με τη Φλόγα να διαγράφεται ξεκάθαρα στη ράχη. Γυναίκες που σπάνια στολίζονταν με κάτι παραπάνω από το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού, σήμερα ήταν καλυμμένες με τα ωραιότερα πετράδια που μπορούσαν να τους παρέχουν οι κασετίνες με τα κοσμήματα του καταυλισμού. Οι Πρόμαχοί τους ήταν ακόμα πιο επιδεικτικοί και μεγαλοπρεπείς, απλώς και μόνο φορώντας τους μανδύες με τα εναλλασσόμενα χρώματα. Κάποια μέρη του κορμιού τους έμοιαζαν να χάνονται, καθώς οι μανδύες ανέμιζαν και στροβιλίζονταν στην ψυχρή αύρα. Ακολουθούσαν οι υπηρέτες, δύο ή τρεις για κάθε αδελφή, καβάλα στα καλύτερα άλογα, για τα δικά τους δεδομένα φυσικά. Κάλλιστα θα μπορούσαν να τους περάσουν για ήσσονες ευγενείς, αν κάποιοι από αυτούς δεν ίππευαν υποζύγια. Και το τελευταίο σεντούκι του καταυλισμού είχε λεηλατηθεί, προκειμένου να βρεθούν τα κατάλληλα ρούχα με τα λαμπερά χρώματα.

Ίσως επειδή ανήκε στις Καθήμενες δίχως Πρόμαχο, η Ντελάνα είχε φέρει μαζί της και τη Χάλιμα, καβάλα σε μια ζωηρή άσπρη φοράδα. Οι δυο τους ίππευαν σχεδόν πλάι-πλάι. Πού και πού, η Ντελάνα έγερνε προς το μέρος της Χάλιμα για να της ψιθυρίσει κάτι ιδιαιτέρως, παρ’ όλο που η Χάλιμα έμοιαζε πολύ ενθουσιασμένη για να την ακούσει. Υποτίθεται πως η Χάλιμα ήταν η γραμματέας της Ντελάνα, αλλά όλοι πίστευαν πως επρόκειτο για μια περίπτωση φιλανθρωπίας, φιλίας πιθανόν, αν και κάπως δύσκολο, ανάμεσα στην αξιοπρεπή αδελφή με τα ξεβαμμένα μαλλιά και στην οξύθυμη μαυρομάλλα επαρχιώτισσα. Η Εγκουέν είχε προσέξει το χέρι της Χάλιμα, το οποίο είχε την ακαλλιέργητη εμφάνιση που έχει το χέρι ενός παιδιού που μόλις μαθαίνει γράμματα. Σήμερα, φορούσε μια φορεσιά που δεν υπολειπόταν σε ομορφιά από οποιασδήποτε αδελφής, με πετράδια που συναγωνίζονταν αυτά της Ντελάνα, και μάλλον είχαν παρθεί από τη συλλογή της. Όποτε τύχαινε μια ριπή αέρα να ανοίξει τον βελούδινο μανδύα της, αποκαλυπτόταν ένα εντυπωσιακό στήθος, κι η γυναίκα τον ξανατύλιγε γύρω της αργά-αργά, γελώντας, αρνούμενη να παραδεχτεί πως κρύωνε περισσότερο από τις αδελφές.

Αν μη τι άλλο, η Εγκουέν ήταν πολύ ευχαριστημένη για τα ρούχα που της είχαν κάνει δώρο, ρούχα που της επέτρεπαν να ξεπεράσει τις Καθήμενες. Το γαλαζοπράσινο μεταξωτό είχε λευκές ρίγες κι ήταν δουλεμένο με κεντημένα μαργαριτάρια. Μαργαριτάρια, επίσης, στόλιζαν το πάνω μέρος των γαντιών της. Την τελευταία στιγμή, η Ρομάντα τής είχε δώσει έναν μανδύα με φόδρα ερμίνας κι η Λελαίν ένα περιδέραιο και σκουλαρίκια από σμαράγδια και λευκά οπάλια. Οι φεγγαρόπετρες στα μαλλιά της προέρχονταν από την Τζάνυα. Η Άμερλιν έπρεπε να λάμπει, ειδικά σήμερα. Ακόμα κι η Σιουάν έμοιαζε σαν να πηγαίνει σε χοροεσπερίδα, ντυμένη με μπλε βελούδα και δαντέλες σε χρώμα κρεμ, με μια πλατιά λωρίδα μαργαριταριών στον λαιμό της κι ακόμα περισσότερα περασμένα δαντελωτά στα μαλλιά της.

Η Ρομάντα με τη Λελαίν ηγούνταν των Καθημένων, ιππεύοντας τόσο κοντά στον στρατιώτη που κουβαλούσε το λάβαρο, ώστε τον ανάγκαζαν να κοιτάει νευρικά πάνω από τον ώμο του, ενώ που και πού τσιγκλούσε το άλογο του για να πλησιάσει τους καβαλάρηδες που προχωρούσαν μπροστά του. Η Εγκουέν δεν κοίταξε προς τα πίσω περισσότερο από μία ή δύο φορές, ωστόσο ένιωθε τα βλέμματά τους να καρφώνονται ανάμεσα στις ωμοπλάτες της. Η κάθε μια τους την έβλεπε δεμένη χειροπόδαρα, αλλά αναρωτιόταν ποιος κινούσε τα νήματα. Μα το Φως, δεν έπρεπε να πάει στραβά το πράγμα. Όχι τώρα.

Εκτός από τη φάλαγγα, σχεδόν τίποτα άλλο δεν κινούνταν σε όλη αυτή τη χιονοσκέπαστη περιοχή. Ένα γεράκι με πλατιές φτερούγες στριφογύρισε πάνω από τα κεφάλια τους με φόντο τον παγερό μπλε ουρανό λίγο πριν χαθεί ανατολικά. Δύο φορές, η Εγκουέν παρατήρησε αλεπούδες με μαύρες ουρές να τροχάζουν σε απόσταση, εξακολουθώντας να είναι καλυμμένες με την καλοκαιρινή τους γούνα, κι άλλη μια φορά ένα μεγάλο ελάφι με τεράστια διχαλωτά κέρατα χάθηκε σαν φάντασμα ανάμεσα στα δέντρα. Ένας λαγός ξεπήδησε ακριβώς κάτω από τις οπλές της Μπέλα κι απομακρύνθηκε με πηδηματάκια, αναγκάζοντας το δασύτριχο ζωντανό να τινάξει το κεφάλι του και τη Σιουάν να ουρλιάξει και να πιάσει γερά τα γκέμια, σαν να περίμενε την Μπέλα να ξεχυθεί μπροστά. Φυσικά, η φοράδα άφησε ένα επιτιμητικό ρουθούνισμα και προχώρησε μερικά βήματα, αργά-αργά. Το ψηλό και κοκκινότριχο μουνούχι της Εγκουέν φοβήθηκε περισσότερο, παρ’ όλο που ο λαγός δεν πήγε κοντά του.