Выбрать главу

Η Σιουάν άρχισε να μεμψιμοιρεί μέσα από τα δόντια της κι αφού ο λαγός είχε ήδη απομακρυνθεί, ενώ της πήρε λίγη ώρα πριν χαλαρώσει τη λαβή στα γκέμια της Μπέλα. Ανέκαθεν ένιωθε κακόκεφη όταν ανέβαινε σε άλογο —όποτε ήταν δυνατόν, ταξίδευε με άμαξα— αλλά σπανίως ένιωθε τόσο άσχημα. Δεν ήταν ανάγκη να κοιτάξεις μακρύτερα από το σημείο όπου βρισκόταν ο Άρχοντας Μπράυν ή τις αγριωπές ματιές που του έριχνε, για να καταλάβεις τον λόγο.

Ο άντρας δεν έδινε την παραμικρή ένδειξη πως πρόσεξε τις ματιές της Σιουάν. Ήταν ο μόνος έφιππος εκτός παράταξης κι η εντύπωση που έδινε ήταν η αναμενόμενη, ενός άντρα λιτού κι ελαφρώς συντετριμμένου. Ενός βράχου που είχε αντεπεξέλθει ενάντια σε καταιγίδες και που θα μπορούσε να αντέξει και σε περισσότερες. Για κάποιον λόγο, η Εγκουέν ένιωθε χαρούμενη που ο Μπράυν είχε αντισταθεί στις προσπάθειές τους να τον ντύσουν πιο επίσημα. Ναι, μπορεί όντως να ήθελαν να κάνουν εντύπωση, αλλά κι όπως ήταν ντυμένος, έδινε μια θαυμάσια εικόνα.

«Ωραίο πρωινό για ιππασία», είπε η Σέριαμ έπειτα από λίγο. «Μια βόλτα στο χιόνι είναι ό,τι πρέπει για να καθαρίσει το μυαλό σου». Δεν μιλούσε χαμηλόφωνα κι έριξε το βλέμμα της προς το μέρος της Σιουάν, που εξακολουθούσε να μουρμουρίζει, χαρίζοντάς της ένα ελαφρό χαμόγελο.

Η Σιουάν δεν έλεγε τίποτα —πώς θα μπορούσε μπροστά σε τόσον κόσμο;— αλλά κοίταξε τη Σέριαμ κάπως απότομα, σαν να της υποσχόταν πως αργότερα θα της έλεγε δυο κουβεντούλες. Η γυναίκα με τα φλογάτα μαλλιά έστρεψε αλλού τη ματιά της, κάνοντας κάτι που έμοιαζε με μορφασμό. Η Φτερούγα, η διάστικτη γκρίζα φοράδα της, κορδώθηκε κάνοντας μερικά βήματα μπροστά, κι η Σέριαμ την καθησύχασε με το σταθερό της χέρι. Δεν είχε δείξει ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη στη γυναίκα που την είχε αναγορεύσει Κυρά των Μαθητευομένων κι, όπως οι περισσότερες σ’ αυτήν τη θέση, είχε βρει διάφορες αιτίες για να κατηγορήσει τη Σιουάν. Αυτό ήταν και το μόνο ψεγάδι που είχε προσέξει επάνω της η Εγκουέν από τότε που είχε πάρει τον όρκο. Η γυναίκα είχε διαμαρτυρηθεί πως, ως Τηρήτρια, δεν θα έπρεπε να παίρνει διαταγές από τη Σιουάν, όπως γινόταν με τις υπόλοιπες που είχαν ορκιστεί, αλλά η Εγκουέν είχε διακρίνει αμέσως πού θα οδηγούσε αυτή η δήλωση. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Σέριαμ προσπαθούσε να πετάξει καρφιά. Η Σιουάν επέμενε πως έπρεπε να χειριστεί η ίδια τη Σέριαμ, κι η έπαρσή της ήταν πολύ εύθραυστη για να αρνηθεί το αίτημά της η Εγκουέν, εκτός κι αν τα πράγματα έβγαιναν εκτός ελέγχου.

Η Εγκουέν ευχήθηκε να υπήρχε κάποιος τρόπος να κάνουν πιο γρήγορα. Η Σιουάν δεν σταμάτησε την γκρίνια, ενώ ήταν προφανές πως η Σέριαμ σκεφτόταν ότι έπρεπε να πει κάτι που δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την επίπληξη. Όλες αυτές οι μουρμούρες και τα στραβοκοιτάγματα είχαν αρχίσει να επηρεάζουν την Εγκουέν. Λίγη ώρα αργότερα, ακόμα κι η ακριβοδίκαιη στάση του Μπράυν άρχισε να φθίνει. Προς μεγάλη της έκπληξη, συνειδητοποίησε πως σκεφτόταν να πει κάτι που θα ταρακουνούσε την αυτοκυριαρχία του. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν πίστευε πως μπορούσε να βρει τα κατάλληλα λόγια. Αν όμως αναγκαζόταν να περιμένει κι άλλο, θαρρούσε πως θα έσκαγε από την ανυπομονησία.

Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και κόντευε μεσημέρι, τα οδυνηρά κι αργά μίλια έμεναν πίσω, μέχρι που τελικά ένας από τους προπορευόμενους ιππείς στράφηκε προς τα πίσω κι ύψωσε το χέρι του. Με μια βιαστική συγγνώμη προς την Εγκουέν, ο Μπράυν ξεχύθηκε μπροστά. Το ρωμαλέο καστανοκόκκινο άτι του, ο Ταξιδευτής, κάλπασε κάπως αδέξια στο χιόνι, αλλά ο άντρας πρόλαβε τους προπομπούς, αντάλλαξαν μερικά λόγια κι έπειτα τους έστειλε ανάμεσα στα δέντρα και περίμενε την Εγκουέν και τους υπόλοιπους να τον φτάσουν.

Καθώς έφερνε το ζώο του ξανά πλάι στο δικό της, η Ρομάντα κι η Λελαίν τούς ακολούθησαν από κοντά. Οι δύο Καθήμενες δεν έδωσαν σχεδόν καμιά σημασία στην παρουσία της Εγκουέν και κάρφωσαν τη ματιά τους στον Μπράυν, με αυτήν την παγερή ηρεμία που τόσο πολύ τάραζε όσους άντρες έρχονταν αντιμέτωποι με τις Άες Σεντάι. Ωστόσο, σποραδικά, όλο και λοξοκοίταζε η μία την άλλη με διακριτικό τρόπο. Φαίνεται πως δεν συνειδητοποιούσαν τι ακριβώς έκαναν. Η Εγκουέν ήλπιζε να ήταν λιγότερο νευρικές από την ίδια. Κάτι τέτοιο θα την ευχαριστούσε πολύ.