Выбрать главу

Τα ψυχρά κι ήρεμα βλέμματα έπεφταν πάνω στον Μπράυν όπως η βροχή πάνω στον βράχο. Υποκλίθηκε ελαφρά στις Καθήμενες, αλλά όταν μίλησε, απευθύνθηκε στην Εγκουέν. «Έχουν ήδη φτάσει, Μητέρα». Αναμενόμενο αυτό. «Έφεραν μαζί τους άντρες σχεδόν ισάριθμους με τους δικούς μας, αλλά βρίσκονται στη βόρεια πλευρά της λίμνης. Τοποθέτησα ανιχνευτές, ώστε να μην προσπαθήσει κανείς να μας περικυκλώσει, αν και, για να πω την αλήθεια, δεν νομίζω πως υπάρχει περίπτωση για κάτι τέτοιο».

«Ας ελπίσουμε ότι έχεις δίκιο», του είπε κοφτά η Ρομάντα, ενώ η Λελαίν πρόσθεσε με ακόμα πιο ψυχρή φωνή: «Τον τελευταίο καιρό, η κρίση σου δεν είναι πάντα σωστή, Άρχοντα Μπράυν». Ο τόνος στη φωνή της ήταν παγερός, κοφτερός.

«Όπως προστάζετε, Άες Σεντάι». Έκανε ακόμα μία ελαφρά υπόκλιση, χωρίς όμως να πάρει τη ματιά του από την Εγκουέν. Όπως κι η Σιουάν, ήταν ολοφάνερα δεμένος μαζί της, όσον αφορά τουλάχιστον στην Αίθουσα. Πού να ήξεραν πόσο προσκολλημένος ήταν στην πραγματικότητα. «Κάτι ακόμα, Μητέρα», συνέχισε ο Μπράυν. «Ο Ταλμέηνς βρίσκεται επίσης στη λίμνη. Υπάρχουν κάπου εκατό άντρες της Ομάδας στην ανατολική μεριά. Δεν είναι αρκετοί για να προκαλέσουν φασαρίες, ακόμα κι αν το ήθελε, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω».

Η Εγκουέν απλώς ένευσε καταφατικά. Δεν ήταν αρκετοί για να προκαλέσουν φασαρίες; Μα ο Ταλμέηνς θα μπορούσε να αποτελέσει πρόβλημα από μόνος του! Αισθάνθηκε κάτι σαν χολή στη γεύση της. Όχι, τα πράγματα δεν-θα-πήγαιναν-στράφιτώρα!

«Ο Ταλμέηνς!» αναφώνησε η Λελαίν κι η γαλήνια έκφρασή της θρυψαλιάστηκε. Μάλλον ήταν εξίσου νευρική με την Εγκουέν. «Και πώς μας ανακάλυψε; Αν έχεις συμπεριλάβει Δρακορκισμένους στα σχέδιά σου, Άρχοντα Μπράυν, θα μάθεις από πρώτο χέρι τι σημαίνει να παρατραβάς το σχοινί!»

Πριν προλάβει καλά-καλά να αποτελειώσει την πρότασή της, η Ρομάντα γρύλισε: «Αυτό είναι αισχρό! Λες, δηλαδή, πως μόλις τώρα πληροφορήθηκες την παρουσία του; Αν ισχύει αυτό, η υπόληψή σου σκάει σαν φούσκα!» Φαίνεται πως αυτήν τη μέρα η παραδοσιακή γαλήνη των Άες Σεντάι δεν ίσχυε για μερικές.

Εξακολούθησαν να μιλούν στο ίδιο πνεύμα, αλλά ο Μπράυν προχώρησε μπροστά, μουρμουρίζοντας πού και πού: «Όπως προστάζετε, Άες Σεντάι», κι αυτό όταν έκρινε απαραίτητο να πει κάτι. Τα πράγματα είχαν πάει χειρότερα στην ακρόαση με την Εγκουέν το ίδιο πρωί, οπότε δεν αντιδρούσε πια. Ήταν η Σιουάν αυτή που ξεφύσησε τελικά, κι αναψοκοκκίνισε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τις Καθήμενες να την κοιτούν εμβρόντητες. Η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι της. Η Σιουάν ήταν πράγματι ερωτευμένη κι όντως επιθυμούσε διακαώς να μιλήσει σε κάποιον! Για κάποιον λόγο, ο Μπράυν χαμογέλασε, αλλά αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στο ότι είχε πάψει να είναι το αντικείμενο της προσοχής των Καθημένων.

Τα δέντρα έδωσαν τη θέση τους σε ένα ακόμα ξέφωτο, μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα, και δεν υπήρχε πια χρόνος για επιπόλαιες σκέψεις.

Εκτός από ένα πλατύ σύνορο από ψηλές καφετιές καλαμιές και σκίρπους που ξεπηδούσαν μέσα από το χιόνι, δεν υπήρχε τίποτα άλλο ενδεικτικό για να ονομαστεί αυτός ο τόπος λίμνη. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα μεγάλο λιβάδι, επίπεδο κι αόριστα ωοειδές στο σχήμα. Σε κάποια απόσταση από τη δεντρογραμμή, πάνω στην παγωμένη λίμνη, ήταν τοποθετημένο ένα τεράστιο μπλε κουβούκλιο πάνω σε ψηλούς πασσάλους, ενώ ένα μικρό πλήθος κόσμου το περιτριγύριζε, καθώς επίσης και μερικές ντουζίνες άλογα, που τα κρατούσαν οι υπηρέτες λίγο πιο πίσω. Η αύρα έκανε μια πυκνή συστάδα από σημαιάκια και λάβαρα να σείεται κι έφερνε μαζί της τους ήχους από πνιχτές φωνές που μόνο προσταγές θα μπορούσαν να είναι. Όλο και περισσότεροι υπηρέτες ξεπετάγονταν βιαστικά. Προφανώς, είχαν καταφθάσει προ ολίγου και δεν είχαν προλάβει να τελειώσουν τις προετοιμασίες.

Κάπου ένα μίλι μακρύτερα, τα δέντρα άρχιζαν να φυτρώνουν ξανά και το ασθενικό ηλιόφως αντανακλούσε πάνω στο μέταλλο, το οποίο έμοιαζε να απλώνεται σε όλη την έκταση της αντικριστής όχθης. Στα ανατολικά, αρκετά κοντά στη μεγάλη σκηνή, οι εκατό της Ομάδας δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια να κρυφτούν, έτσι όπως στέκονταν δίπλα στα υποζύγιά τους, λίγο μετά από το σημείο όπου ξεκινούσαν οι σκίρποι. Μερικοί έδειξαν προς το μέρος της σημαίας της Ταρ Βάλον, όταν η τελευταία έκανε την εμφάνισή της, κι όσοι ήταν συγκεντρωμένοι στο κιόσκι σταμάτησαν για να κοιτάξουν.