Η Εγκουέν δεν έκανε καμιά παύση και συνέχισε να βαδίζει στον χιονοσκέπαστο πάγο. Φανταζόταν τον εαυτό της σαν ένα μπουμπούκι που ανοίγει κάτω από τον ήλιο, εφαρμόζοντας αυτήν την παλιά άσκηση των μαθητευομένων. Δεν αγκάλιασε το σαϊντάρ, αλλά η γαλήνη που ένιωσε ήταν εξίσου καλοδεχούμενη.
Την ακολούθησαν η Σιουάν με τη Σέριαμ, καθώς επίσης κι οι Καθήμενες με τους Προμάχους και τους υπηρέτες. Ο Άρχοντας Μπράυν κι ο σημαιοφόρος ήταν οι μόνοι δύο στρατιώτες που πήγαν μαζί της. Οι φωνασκίες που ακούστηκαν πίσω της υποδήλωναν πως ο Ούνο τοποθετούσε σε θέση μάχης τους θωρακισμένους ιππείς κατά μήκος της ακτογραμμής. Οι ελαφρύτερα θωρακισμένοι παρατάχτηκαν πλευρικά, όσοι δηλαδή δεν είχαν αναλάβει τη φύλαξη ενάντια σε ενδεχόμενη προδοσία. Ένας λόγος που είχαν διαλέξει αυτήν τη λίμνη ήταν ότι ο πάγος είχε αρκετό πάχος για να συγκρατήσει έναν ορισμένο αριθμό αλόγων, όχι όμως εκατοντάδες, πόσω μάλλον χιλιάδες. Αυτό απέτρεπε οποιαδήποτε απόπειρα απάτης. Βέβαια, ένα κιόσκι εκτός βεληνεκούς των βελών δεν σήμαινε ότι ήταν κι εκτός βεληνεκούς της Μίας Δύναμης, ειδικά αν ήταν ορατό. Από την άλλη, κάθε άντρας ήξερε πως ήταν ασφαλής από αυτήν, εκτός κι αν απειλούσε μια αδελφή. Η Εγκουέν άφησε την ανάσα της να βγει απότομα, κι η ηρεμία την κατέκλυσε και πάλι.
Κανονικά, η κατάλληλη υποδοχή για μια Έδρα της Άμερλιν θα περιελάμβανε τρεχάτους υπηρέτες που κουβαλούν ζεστά ποτά και ρούχα τυλιγμένα σε καυτά τούβλα, ενώ οι άρχοντες κι οι αρχόντισσες θα την πλησίαζαν έφιπποι, προσφέροντας της έναν συμβολικό ασπασμό για τη Γιορτή του Άμπραμ. Οποιοσδήποτε επισκέπτης ανώτερης κοινωνικής τάξης δικαιούνταν να κάνει χρήση των υπηρετών, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση κανείς δεν κουνήθηκε από το κιόσκι. Ο ίδιος ο Μπράυν ξεπέζεψε κρατώντας τα γκέμια του Ντάισαρ, κι αυτός ο ξερακιανός νεαρός που είχε φέρει τα φρέσκα κάρβουνα την προηγούμενη μέρα έτρεξε να κρατήσει τον αναβολέα της Εγκουέν. Η μύτη του έσταζε ακόμα αλλά, ντυμένος με ένα πορφυρό βελούδινο πανωφόρι, κάπως μεγάλο για το μέγεθος του, καθώς και με έναν μανδύα σε ζωηρό, γαλάζιο χρώμα, επισκίαζε τους ευγενείς που τον κοιτούσαν κάτω από το κιόσκι. Οι περισσότεροι φορούσαν παχιά μάλλινα ρούχα χωρίς ιδιαίτερη διακόσμηση κι ελάχιστα μετάξια ή δαντέλες. Το πιθανότερο είναι πως έπρεπε να πασχίσουν πολύ μέχρι να βρουν τα κατάλληλα ρούχα από τη στιγμή που θα ξανάρχιζε η χιονόπτωση κι ενώ η πορεία θα συνεχιζόταν αμείωτη. Η αλήθεια, ωστόσο, ήταν πως ο νεαρός κάλλιστα θα μπορούσε να επισκιάσει έναν Μάστορα.
Χαλιά στρώθηκαν ως δάπεδο για το κουβούκλιο και μαγκάλια άναψαν, παρ’ όλο που ο άνεμος παρέσερνε τόσο τη θερμότητα όσο και τον καπνό. Καθίσματα είχαν τοποθετηθεί για τις αντιπροσωπείες σε δύο αντικριστές σειρές, οκτώ σε καθεμία. Δεν περίμεναν τόσο πολλές αδελφές. Μερικοί από τους ευγενείς που περίμεναν στωικά αντάλλαξαν βλέμματα κατάπληξης, και κάποιοι από τους υπηρέτες έμειναν με τα χέρια σταυρωμένα κι αναρωτιόνταν τι έπρεπε να κάνουν. Όμως δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτα.
Τα καθίσματα ποίκιλλαν κι ήταν παράταιρα, αλλά όλα είχαν το ίδιο μέγεθος και κανένα δεν ήταν πιότερο φθαρμένο ή χαλασμένο από τα υπόλοιπα. Λίγο πολύ, όλα τους είχαν επιχρυσωμένα σκαλίσματα. Ο ψηλόλιγνος νεαρός μαζί με κάποιους άλλους πηγαινοέρχονταν υπό τα βλοσυρά βλέμματα των ευγενών, χωρίς ουσιαστικά να ζητούν την άδειά τους· κουβαλούσαν έξω, στο χιόνι, ό,τι προοριζόταν για τις Άες Σεντάι κι έτρεχαν για να βοηθήσουν στο ξεφόρτωμα των υποζυγίων. Πάντως, κανείς τους δεν έλεγε λέξη.
Τα καθίσματα στήθηκαν γρήγορα, έτσι ώστε να εξυπηρετήσουν τόσο την Αίθουσα όσο και την Εγκουέν. Δεν ήταν παρά απλοί πάγκοι, αν και γυαλισμένοι μέχρι να αστράψουν, κι ο καθένας τους ήταν τοποθετημένος πάνω σε ένα φαρδύ κουτί καλυμμένο με ύφασμα στο χρώμα του Άτζα της κάθε Καθήμενης, σχηματίζοντας μια μακριά σειρά, πλατιά όσο και το κιόσκι. Το κουτί που τοποθετήθηκε μπροστά-μπροστά, ο πάγκος της Εγκουέν, ήταν ραβδωτό όπως και το επιτραχήλιο της. Είχε υπάρξει αναβρασμός δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της νύχτας, γιατί έπρεπε να βρουν κερί για το λουστράρισμα και καλό ύφασμα στα κατάλληλα χρώματα.
Μόλις η Εγκουέν κι οι Καθήμενες πήραν τις θέσεις τους, αντιλήφθηκαν πως τα καθίσματά τους ήταν ένα πόδι ψηλότερα από των υπολοίπων. Είχε τις αμφιβολίες της, αλλά η έλλειψη οποιασδήποτε μορφής καλωσορίσματος είχε εξισορροπήσει την κατάσταση. Κι ο πλέον αναξιοπρεπής αγρότης θα είχε προσφέρει στη Γιορτή του Άμπραμ μια κούπα κι ένα φιλί ακόμα και στον χειρότερο αλήτη. Ούτε ικέτες ήταν ούτε ίσοι ανάμεσα σε ίσους. Ήταν Άες Σεντάι.
Οι Πρόμαχοι στέκονταν πίσω από τις Άες Σεντάι, ενώ η Σιουάν με τη Σέριαμ κάθονταν πλευρικά της Εγκουέν. Με μια επιδεικτική κίνηση, οι αδελφές αποτίναξαν τους μανδύες τους και τράβηξαν απότομα τα γάντια τους, για να τονίσουν το γεγονός ότι το κρύο δεν τις άγγιζε, ερχόμενες σε έντονη αντίθεση με τους ευγενείς που κρατούσαν τις μπέρτες τους σφικτά πάνω στα κορμιά τους. Έξω, η Φλόγα της Ταρ Βάλον ανέμιζε στο μελτέμι που δυνάμωνε ολοένα. Μονάχα η Χάλιμα, η οποία ραχάτευε δίπλα στο κάθισμα της Ντελάνα, στην άκρη του κουτιού με το γκρίζο σκέπαστρο, ήτα η μόνη παραφωνία στη μεγαλόπρεπη εικόνα, αν και τα μεγάλα πράσινα μάτια της κοιτούσαν τους Αντορινούς και τους Μουραντιανούς τόσο προκλητικά, που η παραφωνία δεν ήταν και τόσο έντονη.